Συνεργατών

Χρήστος Θ. Μπότζιος: Απροβλημάτιστη η στήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Πιθανές συνέπειες για την θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα των ευρωπαϊκών λαών

Του Χρήστου Θ. Μπότζιου

Πρέσβη ε.τ.

 

Όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι στις 12 Δεκεμβρίου 1999 αποφάσισε να δοθεί καθεστώς υποψηφίας χώρας προς ένταξη στη Τουρκία, πολλοί ήταν εκείνοι που πανηγύριζαν. Προφανώς, ελπίζανε ή πιστεύανε ότι η ευρωπαϊκή προοπτική  με πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ θα συντελούσε στην οριστική σύνδεσή της με τη Δύση, αφού  ως προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ετίθετο η αποδοχή  από την υποψήφια χώρα των ευρωπαϊκών αρχών και αξιών, όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών. Πρόεδρος της Τουρκίας τότε ήταν ο φιλοδυτικός Σουλεϋμάν Ντεμιρέλ (1993-2000), ο οποίος διαδέχτηκε τον Τουργκούτ  Οζάλ (1989-1993), που εθεωρείτο επίσης φιλοδυτικός και με ιδιαίτερες διασυνδέσεις με τις ΗΠΑ. Εξ άλλου πρωθυπουργός της Τουρκίας τότε ήταν ο Μουσταφά Μπιουλέντ Ετσεβίτ (1999-2002), επίσης φιλοδυτικός. Την φιλοδυτική πολιτική τους τη συμμεριζότανε ικανό μέρος της τουρκικής κοινωνίας, ιδίως οι δυτικότροποι όπως και οι στρατιωτικοί που εκφράζανε το βαθύ κράτος.

Το καθεστώς υποψηφίας χώρας δεν προδικάζει, ασφαλώς και την τελική ένταξη.  Η πορεία προς την πλήρη ένταξη  των υποψηφίων χωρών πολλές φορές είναι μακρά και η πρόοδος ελέγχεται μέσω των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, οι οποίες για τη Τουρκία θα αρχίζανε μετά μία πενταετία, χρόνος ικανός  για  να επέφερε  τις αναγκαίες  προσαρμογές στις αρχές της Ε.Ε.  Ορισμένες από τις χώρες- μέλη  - οι πλέον ισχυρές – είχαν ιδιαίτερους λόγους να υποστηρίξουν τη τουρκική  υποψηφιότητα.  Χώρες όπως η Γερμανία είχαν και εξακολουθούν να έχουν  σοβαρά επενδυμένα οικονομικά  συμφέροντα  που επηρέαζαν αποφασιστικά τη στάση τους. Ασφαλώς όχι όλες οι χώρες-μέλη  ήσαν υπέρ της πλήρους ένταξης της Τουρκίας. Οι επιφυλάξεις όμως  εκφράζονταν περισσότερο ανεπίσημα  παρά επίσημα   στα  Ευρωπαϊκά Συμβούλια ή άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Οι επιφυλάξεις άρχισαν να εκφράζονται δημοσίως  όταν οι τιτλούχοι της Άγκυρας  αφήνανε  σαφώς να εννοηθεί ότι την ένταξη  τους  στην Ε.Ε την εννοούσαν μόνο αλά Τούρκα. Η Ευρώπη θα έπρεπε να τους δεχθεί  με τις ιδιαιτερότητές τους και όχι απαραιτήτως με αποδοχή και εφαρμογή των  Ευρωπαϊκών αρχών και  αξιών.

Με την ανάδειξη στη Προεδρία του Ταγίπ Ερντογάν (28 Αυγούστου 2014)  οι τουρκικές αντιλήψεις για  την  ΕΕ έγιναν σαφέστερες. Ο Τούρκος Πρόεδρος δεν το έκρυβε. Η Ευρώπη, έλεγε, είχε περισσότερο ανάγκη την Τουρκία παρά η Τουρκία την Ευρώπη. Στις συχνές  προκλητικές δηλώσεις και συμπεριφορές του Ερντογάν  έναντι των Ευρωπαίων δυναμικά αντέδρασαν μόνο λίγες χώρες. Κυρίως της Ομάδας  VISEGRAD  και ειδικότερα ο Αυστριακός   Καγκελάριος   Κουρτς αναλογιζόμενος, ίσως, ποία θα ήταν η τύχη και κατάσταση της χώρας του αν οι δύο  πολιορκίες της  Βιέννης από τους Οθωμανούς  Τούρκους (1529 και 1683) δεν αποτύγχαναν. Ο  Αυστριακός Καγκελάριος σε δηλώσεις  μίλησε για άμεση ακύρωση της απόφασης απόδοσης  στη Τουρκία  καθεστώτος  υποψηφίας προς ένταξη χώρας.   

Δύο ευαίσθητες πτυχές  μιας   πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ ελάχιστα  απασχόλησαν, επίσημα ή ανεπίσημα, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και ούτε μελετήθηκαν οι συνέπειες.  Πρόκειται για τις πιθανές επιπτώσεις  στην θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα των Ευρωπαϊκών λαών από την ένταξη μιας χώρας με τελείως διαφορετικές παραδόσεις. Μέχρι στιγμής οι υποψήφιες προς ένταξη χώρες ήσαν ευρωπαϊκές και χριστιανικού θρησκεύματος  για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών τους. Η Τουρκία αποτελεί εξαίρεση. Ούτε χριστιανική ούτε ευρωπαϊκή χώρα είναι. Γεωγραφικά και πολιτιστικά  ανήκει στην Ασία. Θρησκευτικά η μεγίστη  πλειοψηφία του πληθυσμού της ασπάζεται το Ισλάμ που επιβάλλει και απαιτεί από τους πιστούς του τελείως διαφορετική  θρησκευτική  και πνευματική συμπεριφορά από εκείνη των χριστιανών.

Από τα χρόνια της θητείας μου ως Πρέσβη της Ελλάδας στο Βατικανό ή Αγία Έδρα ενθυμούμαι τις αντιδράσεις και τις θέσεις τού τότε Καρδιναλίου  Ιωσήφ Ράτσινγκερ,  ο οποίος  λίγους μήνες αργότερα εξελέγη πάπας με την επωνυμία  Βενέδικτος ΙΣΤ΄ (2005-2013), για τη συζητούμενη  τότε απόδοση στη Τουρκία καθεστώτος υποψηφίας προς ένταξη χώρας. Ήδη σε συνέντευξή του τον Αύγουστο 2004 (όπως και με άλλες ευκαιρίες αργότερα) είχε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή του  προειδοποιώντας για τις δυσμενείς συνέπειες που θα είχε για τη θρησκευτική και πολιτιστική συνοχή των Ευρωπαϊκών λαών η ένταξη μιας αμιγώς μη χριστιανικής χώρας με διαφορετική θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση. Άλλο είναι, είχε επισημάνει, η ύπαρξη στις χώρες- μέλη της ΕΕ και ευρωπαίων πολιτών μη χριστιανικού θρησκεύματος  και άλλο η ένταξη μιας χώρας αμιγώς μη χριστιανικής όπως η Τουρκία, η οποία πιθανότατα θα διεκδικήσει και θα επιχειρήσει να παρουσιασθεί ως εκπρόσωπος  των Μουσουλμάνων στην Ευρώπη.

Παρεμφερείς θέσεις είχε εκφράσει και ο ομοεθνής του Καρδινάλιος   Βάλτερ Κάσπερ, συμπρόεδρος του Διαλόγου για την Ενότητα των χριστιανών,  σχολιάζοντας την  άρνηση των Ευρωπαϊκών  χωρών να αποδεχθούν μία αναφορά στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Συνθήκης στις χριστιανικές ρίζες της Ευρώπης! Σίγουρα  οι θέσεις  των δυο επιφανών Καθολικών ιεραρχών δεν πήγαζαν  από θρησκευτικό φανατισμό ή  μισαλλοδοξία. Είναι πολύ πιθανό μία πλήρης ένταξη  της Τουρκίας να οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, σε μια αντιπαράθεση μεταξύ χριστιανικής Ευρώπης και Ισλάμ. Η αδιαμφισβήτητη σοφία και γνώση των Καθολικών αξιωματούχων επιβεβαιώνεται και από την ιστορική πραγματικότητα  και τις εσωτερικές διαμάχες που σημειώνονται σε χώρες με μεικτούς θρησκευτικώς πληθυσμούς. 

Με πρωτοβουλία του πάπα Ιωάννη  - Παύλου Β΄ (1978-2005) είχε εγκαινιασθεί ο Διάλογος μεταξύ των Θρησκειών. Οι εκπρόσωποι των Μουσουλμάνων  συμμετέχουν, αλλά επικαλούνται θεσμικές αδυναμίες  να επέμβουν και να ζητήσουν  την αποφυγή ακροτήτων φανατικών ισλαμικών ομάδων όπως π.χ των Ταλιμπάν. Όταν όμως επιστρέφουν στις χώρες τους  δεν διστάζουν να τις ευλογούν. Απτό παράδειγμα της διαφορετικής  θρησκευτικής και πολιτιστικής αντίληψης μεταξύ Χριστιανών και Ισλαμιστών είναι η πρόσφατη απόφαση του Τούρκου Προέδρου Ερντογάν να μετατρέψει τον Ναό της Αγίας Σοφίας, που έχει κηρυχθεί από την UNESCO  μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, σε  Ισλαμικό τέμενος. 

Πρώην και επί σειρά ετών Υπουργός ο Αλέκος Παπαδόπουλος, Ηπειρώτης την καταγωγή, σε πρόσφατο άρθρο του στην εφημερίδα «Το Βήμα της Κυριακής» (28 Φεβρουαρίου 2021) με τίτλο «η Τουρκοποίηση της Αλβανίας» σημείωνε, μεταξύ άλλων,  την ανέγερση με τουρκική οικονομική ενίσχυση σειράς Ισλαμικών τεμενών  που προσδίδουν στην  Αλβανία μία εικόνα  καθαρά μουσουλμανικής χώρας.  Ο έμπειρος πολιτικός και γνώστης  της αλβανικής πραγματικότητας  διακρίνει, πέραν της πολιτικής διάστασης για τουρκική επιρροή, και μία θρησκευτική σκοπιμότητα: την  ισλαμοποίηση της Αλβανίας. 

Είμαστε αντίθετοι σε κάθε  μισαλλοδοξία και υπέρ της ελεύθερης  άσκησης λατρείας κάθε  θρησκείας. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσουμε  τη χριστιανική  παράδοση και διαφορετική πολιτιστική ταυτότητα των Ευρωπαϊκών  λαών που πρέπει να προστατεύονται. Ευχόμαστε να μην αποδειχθούν  προφητικά τα λόγια του Καρδινάλιου και μετέπειτα πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄, ο οποίος έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της χριστιανικής Ευρώπης.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Χρήστος Θ. Μπότζιος: Απροβλημάτιστη η στήριξη στην ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας. Πιθανές συνέπειες για την θρησκευτική και πολιτιστική ταυτότητα των ευρωπαϊκών λαών