Διευθυντή

γ. Κοινωνία των πολιτών

Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου
Βόλος, 2002

Κοινωνία των πολιτών

Στη Λευκή Βίβλο για την Ευρωπαϊκή Διακυβέρνηση, που εκδόθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τον Ιούλιο 2001, αναφέρεται ότι η κοινωνία των πολιτών περιλαμβάνει τα εξής: συνδικαλιστικές ενώσεις και οργανώσεις εργοδοτών («κοινωνικοί εταίροι»), μη κυβερνητικές οργανώσεις, επαγγελματικά επιμελητήρια, φιλανθρωπικές οργανώσεις, οργανώσεις λαϊκής βάσης, οργανώσεις στις οποίες πολίτες συμμετέχουν στην τοπική και δημοτική ζωή υπό ιδιόμορφες καταστάσεις, εκκλησιαστικές και θρησκευτικές κοινότητες. Τονίζεται ακόμα ότι: «η κοινωνία των πολιτών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προβολή των ανησυχιών του πολίτη και την παροχή υπηρεσιών που εξυπηρετούν τις ανάγκες του λαού. Οι εκκλησιαστικές και θρησκευτικές κοινότητες θα συμβάλουν και αυτές σημαντικά...Πρόκειται για μια ευκαιρία να εμπλακούν πιο ενεργά οι πολίτες στην επίτευξη των στόχων της Ένωσης και να τους προσφερθεί ένα διαρθρωμένο πλαίσιο για ανάδραση, κριτική και διαμαρτυρία». Οι διάφοροι φορείς της κοινωνίας των πολιτών εμφανίστηκαν τελευταία στα πλαίσια των εργασιών της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως, που συζητά το μέλλον της Ευρώπης, και είτε στον ιστοχώρο είτε κατά την δημόσια ακρόαση, που έλαβε χώρα στις 24 και 25 Ιουνίου στις Βρυξέλλες, εξέθεσαν τις απόψεις τους για τις διατάξεις και το περιεχόμενο που πιστεύουν ότι πρέπει να έχει ένα μελλοντικό συνταγματικό κείμενο χρήσιμο και λειτουργικό για την διευρυμένη Ευρώπη. Ο πρόεδρος της Συνελεύσεως Valerie Giscard d Estaing τόνισε σε συνέντευξή του ότι η συμμετοχή των φορέων της κοινωνίας των πολιτών είναι πολύτιμη αναγνωρίζοντας έτσι ότι οι νομοθέτες πρέπει να ξεπεράσουν τις καθαρά οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές θεωρήσεις, για να φέρουν στην επιφάνεια βαθύτερες έννοιες και αξίες με τη βοήθεια εκπροσώπων όλων των φορέων της κοινωνίας.

Οι Εκκλησίες επομένως καλούνται να συμμετάσχουν στο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης στα πλαίσια της κοινωνίας των πολιτών. Αυτό συνιστά μια κατάσταση και αποτελεί πλέον απόφαση που δεν ενδιαφέρει τα ευρωπαϊκά πολιτικά κέντρα αν αρέσει στις Εκκλησίες ή όχι. Το μουσικό κομμάτι έχει επιλεγεί από άλλους και οι Εκκλησίες, αν θέλουν, θα χορέψουν στο συγκεκριμένο σκοπό. Αυτή είναι μια ριζική αλλαγή πραγμάτων για τις Εκκλησίες που έχουν πλούσια παράδοση επίδρασης στον πολιτισμό της Ευρώπης. Όταν η Εκκλησία αναγνωρίστηκε από την κρατική εξουσία και τα μέλη της αποτελούσαν την πλειοψηφία της κοινωνίας, ήταν φυσικό αυτή να επιδιώξει και να πετύχει την έκφρασή της στους θεσμούς. Ειδικά για την Ορθοδοξία αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε έντονη παρουσία στην κοινωνική ζωή και επηρέαζε βαθύτατα τις δομές της. Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως ο Πατριάρχης έγινε εθνάρχης και του παραχωρήθηκε σημαντική εξουσία, πράγμα που εξυπηρετούσε και την διοικητική μηχανή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μαζί με τον Πατριάρχη ολόκληρος ο κλήρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας ασκούσε αναλογικά κάποια πολιτική εξουσία. Ο εναγκαλισμός αυτός βέβαια αποδεικνυόταν συχνά θανάσιμος, αφού πληρωνόταν με αίμα. Δημιουργήθηκε όμως μια κατάσταση η ανάμνηση της οποίας παραμένει έντονη και επηρεάζει ακόμα τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους στις χώρες της Α. Ευρώπης, όπου υπερισχύει η Ορθοδοξία. Κάθε μια από τις χώρες αυτές ακολούθησε τη δική της πορεία μέσα στο χρόνο. Στα Βαλκάνια, με την ανάπτυξη της τοπικής αυτοδιοικήσεως και των συντεχνιών, από τον δέκατο έβδομο αιώνα και μετά, άρχισε κάπως να περιορίζεται η αρμοδιότητα του κλήρου στην κοινωνική ζωή. Έτσι άρχισε να προετοιμάζεται ο δρόμος για την εκκοσμίκευση της κοινωνίας, που έγινε έντονη μετά την εμφάνιση νέων κρατών, καθώς κατέρρεε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και διογκωνόταν ο εθνισμός. Όμως, η προσπάθεια της κρατικής εξουσίας να έχει την Εκκλησία υπό την κηδεμονία του δεν έπαψε. Στην προσπάθεια αυτή συνέβαλαν για διάφορους λόγους και κατά καιρούς εκκλησιαστικοί παράγοντες είτε άμεσα είτε με την παθητική στάση τους. Έτσι φθάσαμε να ακούσουμε κάποιους να εκφράζουν την απαξιωτική διαπίστωση ότι «οι παπάδες πρέπει να ασχολούνται αποκλειστικά με τις κανδήλες τους», εννοώντας ότι το έργο του κλήρου δεν έχει κοινωνική διάσταση, αλλά περιορίζεται στην εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των πιστών. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, εδώ, ότι το μεγαλύτερο μέρος του Ορθοδόξου πληρώματος της Εκκλησίας κατά τον εικοστό αιώνα τέθηκε, για ένα μεγάλο διάστημα, υπό κρατική απαγόρευση. Οι συνέπειες έχουν αρχίσει να φαίνονται και να καταγράφονται και οι επόμενες δεκαετίες θα είναι οπωσδήποτε για τα κράτη και τις Εκκλησίες του άλλοτε κομμουνιστικού μπλοκ μια μεταβατική περίοδος προσαρμογής με πολλά προβλήματα και σε τοπικό και διεθνές επίπεδο προκειμένου να αντιμετωπισθούν έντονες πιέσεις κάθε προέλευσης.
Με αυτή την ιστορία και τη βαριά κληρονομιά η Ορθοδοξία αισθάνεται άνετα στη θέση που της προσφέρεται σήμερα στην ΕΕ ανάμεσα στους ποικίλους άλλους φορείς της κοινωνίας των πολιτών; Αναμφίβολα είμαστε ακόμα στην αρχή ενός δρόμου που προβλέπεται να είναι μακρύς και δεν έχουμε ακόμα επισημάνει όλες τις παραμέτρους και τις επιπτώσεις στη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται. Καθώς ο διάλογος και η συνεργασία θα βαθαίνει είναι φυσικό να αποκαλύπτονται νέες πτυχές και νέα θέματα που θα απαιτούν επαγρύπνηση και περαιτέρω μελέτη, για να αντιμετωπίζονται κάθε φορά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Υπάρχει όμως μια βάση, μια αρχή και μια αναπαλλοτρίωτη αλήθεια, που θα κατευθύνει την Εκκλησία στον προβληματισμό και τις προσπάθειές της. Άνεση και βόλεμα για την Εκκλησία και τους ανθρώπους της στον κόσμο αυτό δεν προβλέπεται. Η Εκκλησία διακονεί, δεν διακονείται, εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας, δεν εξυπηρετείται από την κοινωνία. Η Εκκλησία αρμενίζοντας στις σύγχρονες ταραγμένες θάλασσες της κοινωνίας θυμάται τον Παύλο, που πέρασε κύματα και ταραγμένες θάλασσες, για να διηγηθεί κάποια στιγμή στον Ιάκωβο και τους άλλους αδελφούς της Ιερουσαλήμ «όλα όσα έκανε ο Θεός ανάμεσα στους εθνικούς με τη δική του διακονία» (Πραξ 21, 19). Και χρειάζεται ατέλειωτες ώρες η Εκκλησία, για να διηγηθεί σήμερα όσα ο Θεός επιτέλεσε και όσα συνεχίζει ακατάπαυστα να επιτελεί με την διακονία στρατιών αγίων ανθρώπων, κληρικών και λαϊκών, μέσα στην κοινωνία. Η Εκκλησία έχει αποστολή να φανερώνει μέσα στην κοινωνία- είτε αυτή λέγεται κοινωνία των εθνών, είτε κοινωνία των πολιτών, είτε αλλιώς- πόσα θαυμάσια ο Θεός μπορεί να κάνει ανακαινίζοντας, εξαγιάζοντας και μεταμορφώνοντας τελικά τον άνθρωπο.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2002 γ. Κοινωνία των πολιτών