Διευθυντή

στ. Η φωνή της Εκκλησίας στην ΕΕ σήμερα

Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου
Βόλος, 2002

Η αγγλόφωνη εφημερίδα των Βρυξελλών European Voice δημοσίευσε στην πρώτη σελίδα της στο φύλλο της 4-10 Ιουλίου 2002 άρθρο με τον τίτλο «Επίθεση κατά της πρότασης του Πάπα να γίνει στην ΕΕ αναφορά στις Χριστιανικές Αξίες». Σε συζήτησή του με τον Γάλλο πρέσβη στο Βατικανό Pierre Morel ο Πάπας πράγματι διερωτήθηκε: «πώς μπορούμε να μην αναφέρουμε (σε ένα μελλοντικό συνταγματικό κείμενο) την αποφασιστική συμβολή των αξιών που ασπάζεται ο χριστιανισμός και που έχουν συμβάλει στην ενδυνάμωση του πολιτισμού και του ανθρωπισμού, για τις οποίες η Ευρώπη αισθάνεται δικαίως υπερήφανη και χωρίς τις οποίες η βαθύτερη ταυτότητά της δεν είναι δυνατόν να κατανοηθεί;». Αμέσως ο Τύπος έδωσε στη δημοσιότητα διάφορες αντιδράσεις. Άλλος χαρακτήρισε τα σχόλια του Πάπα εξαιρετικά ανησυχητικά και άλλος ανακριβή. Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως Jean-Luc Dehaene και ο Ισπανός ευρωβουλευτής και μέλος του Προεδρείου της Ευρωπαϊκής Συνελεύσεως Méndez de Vigo θεώρησαν μεν φυσικό ο Πάπας να αναφερθεί στο θέμα, αλλά παραδέχτηκαν ότι πρακτικά δεν είναι δυνατόν να γίνει ρητή αναφορά σε χριστιανικές αξίες ως χαρακτηριστικό της ΕΕ. Μάλλον θα υπάρξει γενική αναφορά σε πνευματικές αξίες, είπαν. Και το Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας δήλωσε ότι δεν θα προσπαθήσει να πείσει τη Συνέλευση να πάρει μια πιο φιλοχριστιανική γραμμή. Στο επόμενο φύλλο (11-17 Ιουλίου 2002) η ίδια εφημερίδα δημοσίευσε κάποιες επιστολές πάνω στο ίδιο θέμα. Μεταξύ άλλων κάποιος επιστολογράφος ονόματι Sasha Lewis έγραψε: The ideal of a united Europe descends from the Roman Empire, which existed long before it became holy. Why not a reference in the Convention to the genius of Europe, on the model of the genius of Rome, rather than to Christian values which have so often done more harm than good . Άλλος πάλι χαρακτήρισε τους χριστιανούς faaanaaatics!

Ένα άλλο περιστατικό είναι η πρόσκληση της Συνελεύσεως να συμμετάσχουν οι Εκκλησίες στον διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης μαζί με οργανώσεις διαφόρων φιλοσοφικών πεποιθήσεων. Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιασθεί προς την Συνέλευση ένα σύντομο κείμενο, στο οποίο εκτέθηκε το περιεχόμενο των συζητήσεων μεταξύ των εκπροσώπων περιληπτικά. Ανάμεσα στις απόψεις των Εκκλησιών ακούσθηκαν και οι απόψεις της Ευρωπαϊκής Ανθρωπιστικής Ομοσπονδίας, η οποία ζήτησε: α) χωρισμό της θρησκείας από την διακυβέρνηση, ώστε να μην αναφέρεται πουθενά κάποια διαφοροποίηση μεταξύ αυτών που πιστεύουν και αυτών που δεν πιστεύουν, β) να μη γίνει αναφορά σε καμία θρησκευτική παράδοση, αλλά αποκλειστικά σε γενικές αξίες όπως η αξιοπρέπεια γυναικών και ανδρών, η ελευθερία, η ισότητα και η αλληλεγγύη και σε αρχές όπως η δημοκρατία και η έννομη τάξη. Στο ίδιο κείμενο οι Εκκλησίες τόνισαν και θέλησαν να αναφερθεί ρητά ότι η οικογένεια είναι βασικό στοιχείο της κοινωνίας. Λίγες μέρες αργότερα μάθαμε ότι ο υποψήφιος για την καγκελαρία Γερμανός Χριστιανοδημοκράτης Έντμουντ Στόϊμπερ έχρισε σκιώδη υπουργό υπεύθυνη για την πολιτική στις γυναίκες, τους νέους και την οικογένεια την μόλις 28 ετών όμορφη, έξυπνη, σύγχρονη, φιλόδοξη, ανατολικογερμανίδα κ. Κατερίνα Ράϊχε. Η κ. Ράϊχε είναι ήδη μητέρα ενός παιδιού, αναμένεται να γεννηθεί το δεύτερο παιδί της αυτές της μέρες και είναι ...ανύπαντρη.

Μέσα σε αυτό το σύγχρονο πνεύμα που φυσάει ελεύθερο στην ΕΕ σήμερα σημείωσα και κάποια φαιδρά παραλειπόμενα σε διάφορες συναντήσεις κατά τον μήνα Ιούνιο, οπότε πάμπολλοι παρακολουθούσαν αγωνιωδώς από την τηλεόραση το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Ο José Maria Aznar, οικοδεσπότης της συνάντησης κορυφής της Σεβίλλης στις 21 Ιουνίου, είπε ότι οι εργασίες των Ευρωπαίων ηγετών θα ρυθμίζονταν ανάλογα με το πρόγραμμα μετάδοσης αγώνων ποδοσφαίρου. Μια άλλη μέρα κάποιος επίτροπος που μίλαγε στις Βρυξέλλες για την αρχή της επικουρικότητας σε κάποιο σημείο της ομιλίας του κέντρισε το ενδιαφέρον των ακροατών του αναφερόμενος στον μεγάλο ποδοσφαιρικό αγώνα της ημέρας. Και εκπρόσωποι των Εκκλησιών σε κάποια συνάντησή τους είδαν μια στιγμή της συζήτησης να υψώνεται ένα χέρι που κρατούσε φύλλο χάρτου με τα τελευταία ποδοσφαιρικά αποτελέσματα της ημέρας να φιγουράρουν πάνω του επιδεικτικά.

Έδωσα τα παραδείγματα αυτά, για να μεταφέρω κάπως την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία οι Εκκλησίες και η Ορθοδοξία καλούνται σήμερα να συμμετάσχουν στο διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης. Πρόκειται για το πλαίσιο που διαγράφεται στην μεταμοντέρνα (transmodern) κοινωνία, όπως έχει επικρατήσει να ονομάζεται σήμερα. Για να καταλάβουμε το περιεχόμενο του όρου θα κάνουμε μια σύγκριση με την έννοια του μοντέρνου. Για την σύγκριση μοντέρνου και μεταμοντέρνου χρησιμοποίησα κατ αρχήν ένα κείμενο εργασίας (working paper), που παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σεμινάριο, το 1998, στο οποίο συμμετέσχον εκκλησιαστική και θρησκευτικοί παράγοντες. Διαβάζοντας εφημερίδες παρατηρούμε ότι οι περισσότεροι πολιτικοί αναλυτές έχουν μοντέρνα νοοτροπία, βλέπουν δηλαδή τον κόσμο διπολικό, με την μια όψη του καλή και την άλλη κακή. Η καλή όψη είναι η μοντέρνα. Όποιος είναι μοντέρνος δέχεται τα ήθη και τη νοοτροπία της Δύσης και αναγνωρίζει την ανωτερότητα του ορθολογισμού, ενώ αγνοεί ή περιφρονεί την διαίσθηση, την ποίηση ή την πνευματικότητα. Όποιος είναι μοντέρνος αντιλαμβάνεται την πρόοδο ως οικονομική ανάπτυξη και ελεύθερο εμπόριο. Αυτές είναι οι υπέρτατες αξίες. Ο ορισμός των παναθρώπινων δικαιωμάτων περιχαρακώνει τον νόμο και την νομική σκέψη αφήνοντας απέξω όποιο στοιχείο ζωής του πλανήτη μας δεν αναφέρεται ρητά από τους «δυτικούς» συντάκτες της Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών. Έχουμε εδώ την απολυτοποίηση του κεκτημένου των «μοντέρνων» ως υπέρτατης αξίας. Υπάρχουν όμως και πολλοί που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να φθάσουν το επίπεδο του δυτικού πολιτισμού. Αυτοί είναι υπανάπτυκτοι. Είναι οπισθοδρομικοί. Αυτοί συνιστούν την κακή όψη του κόσμου.

Ένα παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας φαίνεται ότι είναι η Τουρκία. Στη χώρα αυτή η κυβέρνηση πρέπει να προασπίσει την μοντέρνα δομή του κράτους που επέβαλε ο Ατατούρκ και να αντιταχθεί σε κάθε είδους θρησκευτική έκφρασή του. Την κυβέρνηση στηρίζει στην προσπάθειά της ο στρατός, ο οποίος αποτελεί ιδιαίτερη κοινωνική και οικονομική τάξη, όχι βέβαια χάρη στους μισθούς που εισπράττουν τα δορυφορήματά του, αλλά χάρη στις ποικίλες άδηλες παροχές που εισρέουν στις τσέπες τους με τη βοήθεια και ενός πλήρως διαβρωμένου κρατικού μηχανισμού. Δεν μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση, χωρίς να πέσει η Τουρκία στα νύχια του ισλαμικού ολοκληρωτισμού, όπως υποστηρίζουν οι βολεμένοι ιεροφάντες του status quo; Ασφαλώς και μπορεί και επιβάλλεται. Πρέπει όμως η Τουρκία να περάσει σε μια μεταμοντέρνα θεώρηση του κόσμου, στην οποία η θρησκεία δεν μπορεί να θεωρείται οπωσδήποτε επιβλαβής. Βέβαια η ξεδιάντροπη χρήση της θρησκείας από την πολιτική την έχει απαξιώσει τόσο, ώστε εύκολα να προβάλλεται η παρέμβαση του στρατού ως σωτήρια για την διασφάλιση της μόνης δυνατής λύσης, που είναι το κοσμικό κράτος. Υπάρχουν όμως και θρησκευτικές φωνές στο Ισλάμ ανεπηρέαστες από τους οπορτουνιστές πολιτικούς, που αργά ή γρήγορα θα ακουσθούν, γιατί η ζωή είναι ποτάμι που κυλάει όχι μονάχα για να ξεχειλίζει και να πνίγει, αλλά και για να αρδεύει και να γονιμοποιεί. Η κακή όψη του Ισλάμ στην Τουρκία είναι κατά ένα μεγάλο μέρος μια μοντέρνα άποψη, την οποία προβάλλουν τεχνηέντως συγκεκριμένα κέντρα με ιδιοτελείς σκοπούς, που χρησιμοποιούν κατάλληλα τα ΜΜΕ και επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Υποστηρίζω εδώ ότι το φανατικό και πανταχού παρόν Ισλάμ, που αφήνει στη σκιά ή την παγκόσμια αφάνεια το Ισλάμ της ειρήνης και της δικαιοσύνης, είναι μια απάτη του μοντερνισμού, που συντηρούν κατάλληλα συγκεκριμένα καθεστώτα, τα οποία προβάλλονται ως αναχώματα σε μια απειλή, για να αποκομίζουν απρόσκοπτα τα ανάλογα κέρδη από την φοβισμένη Δύση. Μια μεταμοντέρνα προσέγγιση της Τουρκίας όμως θα ήταν να αφεθούν οι θρησκευτικές πεποιθήσεις με ηρεμία και χωρίς πολιτική εκμετάλλευση να εκφρασθούν, χωρίς δηλαδή τις παραμορφώσεις που υπαγορεύουν και επιβάλλουν τα διάφορα συμφέροντα.

Μια ανάλογη σχέση μοντέρνας και μεταμοντέρνας εξέλιξης παρατηρείται και στην Ελλάδα σήμερα. Λίγες εκατοντάδες φανατικών φωνασκούντων που κατεβαίνουν στους δρόμους με κάποια ευκαιρία προβάλλονται από τα ΜΜΕ ως γραφικοί τύποι, τους οποίους παρακολουθούν αυτάρεσκα από την τηλεόραση οι θρησκευτικά αδαείς ή αδιάφοροι, για να βεβαιωθούν- με κατάλληλα σχόλια φλύαρων και πανταχού παρόντων αργόσχολων- πόσο μοντέρνοι είναι οι ίδιοι, ισορροπημένοι και σωστοί εκφραστές της καλής όψης του κόσμου. Έχουμε εδώ μια επίπεδη και ανερμάτιστη προσέγγιση της ζωής και μάλιστα του θρησκευτικού συναισθήματος. Παρουσιάζεται με λαϊκίστικο τρόπο, ως καρικατούρα, ένα στοιχείο που αναμφίβολα πλουτίζει πνευματικά τον άνθρωπο. Η μεταμοντέρνα άποψη υποστηρίζω ότι δεν επιθυμεί να παραβλέψει τον δημιουργικό χαρακτήρα του θρησκευτικού συναισθήματος, του οποίου η έκφραση αποτελεί πολύτιμο συνεταίρο στην οικοδόμηση μιας ενωμένης Ευρώπης, όπου πολλές πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις θα υπάρχουν σε άμεση σχέση μεταξύ τους και στα πλαίσια ενός δημιουργικού και γόνιμου διαλόγου. Στη μεταμοντέρνα αυτή κατάσταση που υποστηρίζω ότι επικρατεί ολοένα περισσότερο στην ΕΕ η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στον διάλογο για το μέλλον της Ευρώπης είναι απόλυτα επιθυμητή. Είναι όμως η Ορθοδοξία έτοιμη, με τις δομές που διαθέτει, να συμμετάσχει σε ένα διάλογο; Ο διάλογος αυτός, βέβαια, δεν μπορεί να διεξαχθεί με τους όρους, με τους οποίους διεξάγεται στους παραδοσιακούς χώρους της δικαιοδοσίας των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η απάντηση στο ερώτημα είναι, την στιγμή που μιλάμε, ότι η Ορθοδοξία δεν έχει αναπτύξει ακόμα τις δυνατότητές της, γιατί δεν έχει ακόμα γίνει η αναγκαία ανάλυση, ώστε να αναπτυχθεί η κοινή συνείδηση για το τι διακυβεύεται, ποιες είναι οι προκλήσεις και πόσο επιτακτική είναι η ανάγκη για συνεργασία προκειμένου να μεθοδευτούν τρόποι συμμετοχής στο διάλογο και εξεύρεση λύσεων στα προβλήματα. Υπάρχει μια έντονη τάση αυτάρεσκης αυτάρκειας, που οδηγεί αρκετούς στην περιχαράκωση σε χώρους γνωστούς και ύδατα χαρτογραφημένα. Η πραγματικότητα όμως καλύπτει όλη την κλίμακα μποφόρ από 0 έως 12 και πάρα πάνω και ως Εκκλησίες δεν μπορούμε να μένουμε αιωνίως αγκυροβολημένοι σε ήρεμα λιμάνια.

Την πραγματικότητα αυτή προσπαθούν κάποιοι να μη την βλέπουν. Οπωσδήποτε για την Ορθοδοξία πρέπει να πούμε ότι η μακραίωνη δουλεία στο βαλκανικό χώρο και η πρόσφατη περίοδος θρησκευτικής καταπίεσης στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού καλλιέργησαν ένα πνεύμα συντηρητισμού. Ίσως το πνεύμα αυτό ήταν φυσικό να αναπτυχθεί για την ιστορική επιβίωση του εκκλησιαστικού θεσμού. Ο συντηρητισμός όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση χαρακτηριστικό της Ορθοδοξίας. Είναι φαινόμενο εξαιρετικά διαδεδομένο και παίρνει διάφορες μορφές στην ΕΕ σήμερα. Οι φονταμενταλιστές κάθε απόχρωσης θα αισθάνονται πάντα ότι απειλούνται από τη μοντέρνα κοινωνία και τις μοντέρνες απόψεις. Και το αντίθετο είναι εξ ίσου αληθές. Οι συντηρητικοί επίσης φοβούνται γενικώς τη σύγχυση και την κοινωνική αποσύνθεση που μπορεί να προκαλέσει η ανοχή του πλουραλισμού. Οι φιλελεύθεροι πάλι δεν καταλαβαίνουν τι θα πει αίσθημα πληρότητας, που φέρνει στην ανθρώπινη ψυχή η βεβαιότητα της πίστεως. Και όμως είναι αποδεδειγμένο ότι οι ατελείς άνθρωποι δεν έπαψαν ποτέ να αισθάνονται την ανάγκη να πιστέψουν σε μια τέλεια και απόλυτη αυθεντία, για να κρατηθούν ενωμένοι σε μια δημιουργική κοινωνία. Γι αυτό και πιστεύεται ότι ο θρησκευτικός παράγων δεν μπορεί να εκλείψει τώρα, όπως δεν έπαψε να υπάρχει ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά αντίθετα θα ενταθεί στα χρόνια που έρχονται.

Η πίστη είναι ένα στήριγμα για τον άνθρωπο, διότι ο Θεός είναι ζων και στηρίζει ανθρώπους ζώντες που επιθυμούν να προφυλαχθούν από την απειλή του θανάτου. «Ουκ έστιν ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων» (Ματ. 22, 32. Μκ 12, 2). Ο θάνατος ως σατανική άρνηση του Θεού καραδοκεί και δεν είναι περιττό να υπενθυμίζουμε την σχετική φαινομενολογία, για να μην πάψουμε να προβληματιζόμαστε δημιουργικά. Θα αναφέρω εδώ κάποια αποτελέσματα πρόσφατης μελέτης που παρουσίασε μια ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Mακεδονίας, με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Eπικοινωνίας του ίδιου ιδρύματος κ. Γεώργιο Πιπερόπουλο, και η οποία περιγράφει φαινομενολογικά την απειλή που συνιστά ο θάνατος για την κοινωνία. Η ομάδα αυτή μελέτησε τα προβλήματα 350 πρωτοετών φοιτητών του 2001-2002. Τα αποτελέσματα της έρευνας από μια άποψη ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά. Συνολικά ένας στους τρεις φοιτητές και φοιτήτριες (ποσοστό 29%) αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα λόγω της εξάρτησής τους από ουσίες ή αλκοόλ. Συγκεκριμένα, το 17% των φοιτητών δήλωσε ότι έχει προβλήματα λόγω χρήσης και κατάχρησης εξαρτησιογόνων ουσιών και το 12% προβλήματα αλκοολισμού. Στο ίδιο ποσοστό 29% απασχολούν τους φοιτητές προβλήματα συναισθηματικής φύσεως ή διαπροσωπικών σχέσεων. Tέλος, το 17% των πρωτοετών φοιτητών προβληματίζεται με τις χαμηλές επιδόσεις ή την αποτυχία του στα μαθήματα του ακαδημαϊκού έτους, ενώ ένα 15% αντιμετωπίζει προβλήματα προσαρμογής στο νέο περιβάλλον. Η πρόκληση για την Εκκλησία σε κάθε εποχή ήταν να οργανώνει δομές επαρκείς και να αξιοποιεί ανθρώπους ικανούς και πρόθυμους να αντιμετωπίζουν προβλήματα, όπως αυτά.

Ταυτόχρονα πρέπει να πούμε ότι στις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες τόσο της Β. Αμερικής όσο και της Β. Ευρώπης άνδρες και γυναίκες, που αισθάνονται υλικά ασφαλείς, απομακρύνονται από παραδοσιακές ιεραρχικές θρησκευτικές οργανώσεις και τονίζουν την αυθεντία μιας προσωπικής εσωτερικής φωνής της συνειδήσεως, που υπαγορεύει τι είναι ορθό και τι όχι. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι συνήθως ενδιαφέρονται και για την αειφόρο ανάπτυξη και το περιβάλλον περισσότερο από την οικονομική ανάπτυξη. Στις ίδιες αυτές χώρες όπου παρατηρείται κάμψη της συμμετοχής στη ζωή οργανωμένων θρησκευτικών κοινοτήτων, βλέπουμε ταυτόχρονα και μια ένταση του ενδιαφέροντος για καθορισμό νοήματος και σκοπού στην προσωπική ζωή. Αν στις αναπτυγμένες χώρες η απομάκρυνση από την οργανωμένη θρησκευτική ζωή υπήρξε αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής, στη Ρωσία επί εβδομήντα χρόνια, καθώς και σε άλλα κομουνιστικά κράτη, ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Εκεί παρατηρείται το φαινόμενο της θρησκευτικής αναζήτησης σε προσωπικό επίπεδο και της εσωτερίκευσης της θρησκευτικής ζωής. Θέλει όμως ιδιαίτερη ανάλυση η συγκεκριμένη θρησκευτική έκφραση σε σχέση με το λειτουργικό βίωμα και την εκκλησιολογική αλήθεια της Ορθοδοξίας.

Το ερώτημα για την Ορθοδοξία θα είναι σταθερά κατά πόσον οι εκφραστές της έχουν προσλάβει την πίστη με τον τρόπο ακριβώς που φανερώνει το βίωμα της πληρότητας του Αγίου Πνεύματος. Η πρόσληψη και έκφραση της πίστης εν Πνεύματι δυναμώνει ψυχικά και πνευματικά τον άνθρωπο τόσο, ώστε ο φόβος ότι κάποιος ή κάποιοι μπορεί να αποκλεισθούν από την κοινωνία που διαμορφώνεται, να ξεπερνιέται. Εξ άλλου ο φόβος του αποκλεισμού δεν είναι τελείως αδικαιολόγητος, αφού πράγματι υπήρξαν και υπάρχουν τάσεις διαχωρισμού ή και αποκλεισμού της ηθικής και της θρησκείας από την επιστήμη και την δημόσια ζωή. Οι τάσεις αυτές επιτείνουν ομολογουμένως μια κατάσταση σύγχυσης στην εποχή μας, που οι ραγδαίες εξελίξεις της γενετικής και της βιοτεχνολογίας ή το πάντρεμα των υπολογιστών με τις ηλεκτρονικές τηλεπικοινωνίες δεν αφήνουν αρκετό χρόνο για να αναλυθούν και να αξιολογηθούν από οποιονδήποτε, και για να μετασχηματιστούν από τεχνικά στοιχεία γνώσης σε στοιχεία ζωής με ηθική ή θρησκευτική διάσταση. Χωρίς όμως αυτά τα στοιχεία ζωής ο άνθρωπος εκτίθεται σε μια αντιανθρωπιστική πρόκληση με κίνδυνο να καταλήξει στον μηδενισμό. Η αντιανθρωπιστική αυτή πρόκληση προβάλλεται από τη σύγχρονη τέχνη, και ιδιαίτερα τον κινηματογράφο, ο οποίος αποτυπώνει την κλιμάκωση της βίας, αλλά και την τεράστια δυνατότητα που προσφέρει η τεχνολογία για πρόκληση καταστροφών. Διαμορφώνεται έτσι μια αποπνικτική κατάσταση, από την οποία κάποιοι επιχειρούν να βγουν με διάφορους τρόπους: είτε δοκιμάζοντας διάφορες ψυχικές τεχνικές, είτε ξεχύνοντας την πολλών κυβικών μηχανή τους στους δρόμους εκθέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους και τη ζωή των άλλων, είτε εντασσόμενοι σε εξτρεμιστικές ομάδες που μπορεί να είναι πολιτικές ή θρησκευτικές ή τρομοκρατικές. Το ζητούμενο είναι η διέξοδος, άσχετο αν από κάτω υπάρχει γκρεμός.

Εδώ έχουμε την σοβαρή τάση του μηδενισμού, που παρατηρείται στην ευρωπαϊκή κοινωνία και συνιστά πρόβλημα που η Εκκλησία καλείται να συμβάλει στην αντιμετώπισή του. Ο μηδενισμός έγκειται κατ αρχή στην απαξίωση των ύψιστων αξιών: ουκ έστιν Θεός! Υπάρχει όμως νομίζω μια τραγικότερη μορφή μηδενισμού. Η αποκάλυψη ότι στις υψηλότερες αξίες που προβλήθηκαν, για να εκθρέψουν λαούς ολόκληρους, κυριαρχούσαν κρυφά και υπόγεια οι πιο ταπεινές, οι πιο ποταπές και οι πιο θανατηφόρες προθέσεις. Εννοώ εδώ την περίπτωση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο οποίος άφησε πέφτοντας μια ανυπόφορα πικρή γεύση και ένα ηχηρό «γιατί» σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Διερωτώμαι κατά πόσον ασκούνται μηδενιστικές πιέσεις σήμερα στους ανθρώπους εκείνους που βγήκαν από το τούνελ της κομουνιστικής εμπειρίας θρεμμένοι με τα μεγάλα οράματα γεμάτα από υποκρισία. Πως μπορούν οι άνθρωποι αυτοί να βοηθηθούν, ώστε να μην αποσυντεθεί η θέλησή τους για δημιουργική προσπάθεια σε πλαίσια δικαίου, χωρίς να γίνουν μέλη κάποιας μαφίας καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η κοινωνία δεν είναι άλλο από μια οργάνωση θανάτου; Πως μπορεί να γονιμοποιηθεί η επιθυμία τους για τον αγώνα της ζωής, που είναι ταυτόχρονα μαρτυρία ευθύνης; Πως μπορούν να βοηθηθούν οι άνδρες και οι γυναίκες που θέλουν να υπάρξουν και να μην αφεθούν στην αυτοεγκατάλειψη, να μη βουλιάξουν στον πεσιμισμό, να μην ενδώσουν στην ηττοπάθεια; Σε αυτά τα ερωτήματα και σε πολλά άλλα η Εκκλησία έχει την πρώτη ύλη, για να απαντήσει. Όχι επαναλαμβάνοντας την δογματική αλήθεια με ξύλινη γλώσσα, ούτε προβάλλοντας ηθικές αρχές και αξίες, που μπορεί να θεωρηθούν ύποπτες, λόγω προτέρας πικρής πείρας. Η Εκκλησία έχει αποστολή σήμερα, όπως και πάντα, να αναγγείλει χαρμόσυνα και με όλο το ζήλο που εμπνέει η αποδοχή της αλήθειας ότι ο άνθρωπος δεν έχει εγκαταλειφθεί στο μηδέν και στο θάνατο, αλλά έχει ονομασθεί μια για πάντα γιος ή θυγατέρα του Θεού και προορίζεται να αναδειχθεί σε θεό κατά χάρη. Η Εκκλησία μπορεί και πρέπει να δώσει ένα στίγμα ανθρωπισμού, ένα στίγμα πρότασης που απευθύνεται στον άνθρωπο υπό την έμπνευση της πρόσκλησης του Ιησού: «έγειρε και περιπάτει» (Μτ 9, 5. Μκ 2, 11. Λκ 5, 23).

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2002 στ. Η φωνή της Εκκλησίας στην ΕΕ σήμερα