Διευθυντή

Αναζητώντας «Μια ψυχή για την Ευρώπη», Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ «ΜΙΑ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ»

Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου
Διευθυντή του Γραφείου της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Η Ευρώπη με δυο παγκόσμιους πολέμους υπέστη δυο συντριπτικά κτυπήματα στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Οι τρομακτικές συνέπειες την ανάγκασαν να αρχίσει να προβληματίζεται για την εξεύρεση από τη μια μεριά τρόπων αντίστασης κατά του ολοκληρωτισμού και από την άλλη ενός τρόπου οργάνωσης της ηπείρου, ώστε να καταστεί αποτελεσματική η λειτουργία της δημοκρατίας και να ξεπεραστούν προβλήματα, που έθεταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί των Ευρωπαίων.

Έτσι στις 9 Μαΐου 1950, ο υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας Robert Schuman σε ομιλία του πρότεινε την από κοινού εκμετάλλευση άνθρακα και χάλυβα των δυο πρώην αντιπάλων, της Γαλλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η πρόταση αυτή κατέληξε στην υπογραφή, στο Παρίσι, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) στις 18 Απριλίου 1951 από τα έξι κράτη που αποτέλεσαν τον πυρήνα της μετέπειτα Ευρωπαϊκής Ένωσης: Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία και Λουξεμβούργο. Η Συνθήκη αυτή υπήρξε ιστορική και σημαντικότατη, γιατί κατάφερε να συνενώσει νικητές και ηττημένους σε μια Κοινότητα, που λειτούργησε καταλυτικά ως επιχείρηση ειρήνης.

Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν μεταξύ των κρατών - μελών νομικοί δεσμοί, οι οποίοι επρόκειτο να ξεπεράσουν κατά πολύ τις απλές συμβατικές σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών, όπως τις γνώρισε η Ευρώπη στους προηγούμενους αιώνες. Η Συνθήκη αυτή έπαυσε να ισχύει οριστικά στις 23 Ιουλίου 2002. Μένει όμως ζωντανή η ανάμνηση των πατέρων μιας ιδέας, που άλλαξε τη νοοτροπία αντιπαλότητας στην Ευρώπη και τη μετέβαλε σε γόνιμη προσπάθεια σύναψης δημιουργικών σχέσεων προς όφελος της ειρήνης και της ευημερίας των λαών της ηπείρου μας. Ο Jean Monnet, ο Robert Schuman, ο Altiero Spinelli, ο Paul-Henri Spaak κ.α. εκτέθηκαν στον κίνδυνο να έχουν προσωπικό πολιτικό κόστος, όταν πρότειναν πρωτάκουστη συνεργασία ειρήνης με τους «εχθρούς». Τους θυμόμαστε σήμερα και τους τιμάμε για το πολιτικό θάρρος τους. Στην παγκόσμια πολιτική ιστορία παραμένουν φωτεινά τα παραδείγματα εκείνων των πολιτικών, που με υψηλούς στόχους και οράματα επεδίωξαν να επιφέρουν ριζικές αλλαγές στον προβληματικό χώρο της νοοτροπίας των ανθρώπων.

Για την Ευρώπη το ξεκίνημα του 1950 επρόκειτο να έχει λαμπρή συνέχεια στα πενήντα χρόνια που ακολούθησαν. Στις 25 Μαρτίου 1957 υπογράφηκαν στη Ρώμη δυο άλλες βασικές Συνθήκες: η πρώτη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και η άλλη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ). Οι δυο αυτές Συνθήκες τροποποιήθηκαν το 1986 με τη λεγόμενη Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη. Στην ύπαρξη των τριών αυτών Κοινοτήτων, που ανέφερα, οφείλεται η χρήση της ονομασίας Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Η ονομασία Ευρωπαϊκή Ένωση γεννήθηκε θεσμικά με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ στις 7 Φεβρουαρίου 1992. Αν στις πιο πάνω βασικές ιδρυτικές Συνθήκες προσθέσουμε και τις δυο αναθεωρητικές Συνθήκες, την Συνθήκη του Άμστερνταμ (2 Οκτωβρίου 1997) και την Συνθήκη της Νίκαιας (11 Δεκεμβρίου 2000), καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ένα πολύπλοκο θεσμικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο διαπιστώνεται πλέον πόσο δύσκολο είναι να λειτουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την προοπτική μάλιστα της διευρυμένης μορφής μετά το 2004.

Πέρα από το δικαιϊκό σύστημα που καθορίζει τα θέματα της σχέσης των κρατών-μελών με την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει το πρόβλημα της αποδοχής της ευρωπαϊκής ιδέας από την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Είναι σαφές σε όλους ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να δημιουργηθεί διάσταση μεταξύ πολιτικής βούλησης και κοινής γνώμης. Τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και οι ηγέτες των κρατών-μελών της χρειάζεται κάθε φορά να προχωρούν σε γενναία πολιτική επένδυση, για να ενημερώνουν και να πείθουν τους πολίτες για την ορθότητα των σχεδιασμών των διαφόρων Ευρωπαϊκών Οργάνων.

Είναι γεγονός ότι συχνά διατυπώνονται παράπονα ότι οι σχεδιασμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ακατανόητοι, οπότε υπάρχει κίνδυνος να διογκωθούν λαϊκίστικοι αφορισμοί, τύπου Λεπέν, ή να υπάρξουν απροσδόκητες εμπλοκές. Μια τέτοια εμπλοκή υπήρξε στις 2 Ιουνίου 1992, όταν η Δανία απέρριψε την Συνθήκη του Μάαστριχτ με δημοψήφισμα. Ακολούθησε εντατική προσπάθεια και μεγάλη εκστρατεία ενημέρωσης, για να εγκριθεί η Συνθήκη από τη Δανία με νέο δημοψήφισμα στις 18 Μαΐου 1993. Το ίδιο συνέβη στην Ιρλανδία τον Ιούνιο του 2001 με την Συνθήκη της Νίκαιας. Για την έγκριση της Συνθήκης αυτής οι Ιρλανδοί πολίτες κλήθηκαν εκ νέου σε δημοψήφισμα στις 19 Οκτωβρίου 2002. Η ενημέρωση της κοινής γνώμης συνιστά μια πολύ σημαντική πρόκληση για την Ευρώπη, που θέλει να λειτουργεί πάνω σε γερές δημοκρατικές βάσεις και να νομιμοποιούνται αδιαμφισβήτητα οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα κέντρα της εξουσίας. Ο Jean Monnet, ένας από τους πατέρες της ενωμένης Ευρώπης, έλεγε σε ομιλία του στην Ουάσιγκτον, στις 30 Απριλίου 1952: «δεν συνασπίζουμε κράτη, συνενώνουμε ανθρώπους». Προς τον σκοπό αυτό βεβαίωνε ότι εργαζόταν όχι απλά με αισιοδοξία, αλλά με αποφασιστικότητα. Σήμερα η συνένωση ανθρώπων παραμένει σημαντικότατη πρόκληση και σπουδαιότατο στοίχημα, που αντιμετωπίζουν τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό που πρέπει να υπογραμμισθεί εδώ είναι ότι μισός αιώνας ευρωπαϊκής οικοδόμησης σημάδεψε βαθιά την ιστορία της ηπείρου και τη νοοτροπία των κατοίκων της. Γίνεται ολοένα περισσότερο κοινή συνείδηση ότι η εποχή της απόλυτης εθνικής κυριαρχίας έχει περάσει και ότι μόνον η συνένωση των δυνάμεων, ο διάλογος μεταξύ των εθνικών συμφερόντων και του κοινού συμφέροντος, ο σεβασμός των εθνικών ιδιαιτεροτήτων, με παράλληλη κατοχύρωση της ταυτότητας της Ένωσης, μπορούν να εγγυηθούν ένα μέλλον ειρήνης και ασφάλειας. Αυτό σημαίνει ότι οι φεντεραλιστές, οι υποστηρικτές μιας Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, έχουν δύσκολο έργο μπροστά τους. Στα χρόνια που έρχονται ο διάλογος θα ενταθεί, για να καθορισθούν κατ αρχήν και από νομική άποψη δυο βασικά πράγματα: α) η σχέση μεταξύ των τοπικών, περιφερειακών, εθνικών και ευρωπαϊκών αρχών, αυτό που ονομάζουμε σήμερα «αρχή της επικουρικότητας» και β) το σχέδιο που θα επιλεγεί να λειτουργήσει ως άξονας για την προώθηση μεταβίβασης επιλεγμένων τμημάτων της κυριαρχίας από τα εθνικά κέντρα προς τις Βρυξέλλες. Οι τομείς που θεωρείται από αρκετούς ότι είναι χρήσιμο να τους διαχειρίζεται μια κεντρική ευρωπαϊκή εξουσία, και όχι τα μεμονωμένα κράτη-μέλη, είναι: η εσωτερική αγορά, το νόμισμα, η οικονομική και κοινωνική συνοχή, η πολιτική της απασχόλησης, η προστασία του περιβάλλοντος, η εξωτερική πολιτική, η πολιτική άμυνας και η δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας και ασφάλειας. Ο διάλογος αναμένεται να είναι καυτός, γιατί όλοι δεν εννοούν με τα παραπάνω τα ίδια πράγματα, ενώ τα συμφέροντα ποικίλλουν. Πάντως είναι ένα επίτευγμα το ότι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη δημιουργεί νομοθεσία, που εφαρμόζεται άμεσα στους Ευρωπαίους πολίτες και γεννά ειδικά δικαιώματα προς όφελός τους.

Είναι σαφές ότι στις επόμενες δεκαετίες η παγκοσμιοποίηση θα κυριαρχήσει ως φαινόμενο μεταφοράς δυνάμεως και εξουσίας προς συγκεκριμένα κέντρα επιρροής. Το ζητούμενο είναι να μην καταντήσει αποκρουστικό παιχνίδι εξουσίας το φαινόμενο αυτό, αλλά να εξελιχθεί σε προσφορά ζωής για όλους και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η Ευρωπαϊκή Συνέλευση υπό την προεδρία του Valerie Giscard d Estaing αναμένεται να κάνει την πρώτη προσπάθεια να κτίσει ένα λειτουργικό οικοδόμημα από τις πέτρες που βάζουν εδώ κι εκεί οι Ευρωπαίοι. Και το οικοδόμημα αυτό θα πρέπει να είναι αρκετά ευρύχωρο, για να εξυπηρετήσει και τα νέα μέλη, που θα προστεθούν στην Ένωση με τη διεύρυνση. Έχω πάντως την εντύπωση ότι υπάρχει σήμερα ένα έλλειμμα καθαρού πολιτικού λόγου, αφού δεν έχω δει ακόμα ένα συγκροτημένο και καθαρό κείμενο για τα βαθύτερα κίνητρα της διεύρυνσης. Αν αυτά κατανοούνται απλά με οικονομικούς όρους, η Ευρώπη θα βάλει αριθμούς στη θέση της ψυχής που χρειάζεται, για να πετύχει και να προχωρήσει ενωμένη. Γι αυτό και ο επιφανής Γάλλος πολιτικός και πρώην Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Jacques Delors είπε ότι η Ευρώπη, για να ζήσει, χρειάζεται μια ψυχή.

Προς την κατεύθυνση της σύσφιγξης των δεσμών μεταξύ των λαών της Ευρώπης επιδιώκεται να συμβάλουν τα κοινά ευρωπαϊκά σύμβολα. Μια ευρωπαϊκή ταυτότητα, το ευρωπαϊκό διαβατήριο, που ισχύει από το 1985, ο ευρωπαϊκός ύμνος («Η ωδή στη χαρά» του Μπετόβεν), που τον άκουσα την ημέρα της εθνικής εορτής του Βελγίου αμέσως μετά τον βελγικό εθνικό ύμνο, η σημαία (ένας κύκλος από 12 χρυσά άστρα σε κυανό φόντο), που αναρτάται πλάι στις εθνικές σημαίες, η ευρωπαϊκή άδεια οδήγησης, που εκδίδεται από το 1996, το ευρώ, που κυκλοφορήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2002 σε δώδεκα χώρες της Ένωσης. Όλα αυτά τα σύμβολα θα συνεχίσουν να ασκούν μια ψυχολογική επίδραση που ελπίζεται να αποβεί προς όφελος της ιδέας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ταυτόχρονα η κατάργηση των αστυνομικών ελέγχων στα ενδοκοινοτικά σύνορα των χωρών-μελών της Σύμβασης Schengen καλλιεργεί έντονα ήδη την συνείδηση ότι ανήκουμε σε ένα ενοποιημένο χώρο. Η Σύμβαση αυτή άρχισε να ισχύει στις 26 Μαρτίου 1995, ενώ η Ελλάδα μπήκε στο χώρο αυτό την 1η Δεκεμβρίου 1999. Στη Σύμβαση αυτή θα πρέπει να προσχωρήσουν σταδιακά όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Στις συζητήσεις για το μέλλον της Ευρώπης είναι χαρακτηριστικό ότι συγκλίνουν οι απόψεις πολλών ενδιαφερομένων για την σημασία και τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να παίξει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, που εγκρίθηκε στη Νίκαια τον Δεκέμβριο του 2000. Από πολλές πλευρές ακούγεται η πρόταση, ο Χάρτης αυτός να ενταχθεί στη νέα Ευρωπαϊκή Συνθήκη, που αναμένεται να προτείνει προς την ΕΕ η Ευρωπαϊκή Συνέλευση υπό την προεδρία του Valerie Giscard d Estaing. Τον προσεχή Δεκέμβριο αναγγέλθηκε ότι θα παρουσιασθεί ένας σκελετός ενός κειμένου, που μπορεί να γίνει το πρώτο Σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ορισμένοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται να επέλθουν αλλαγές ή να γίνουν προσθήκες υπό το φως της αποκτημένης εμπειρίας, χωρίς όμως και να προτείνουν ένα πρακτικό τρόπο, με τον οποίο μπορούν να λυθούν τα νομικά προβλήματα, που συνεπάγεται ενδεχόμενη αλλαγή ή αλλαγές σε αυτόν. Άλλοι πάλι πιστεύουν ότι πρέπει να μείνει ως έχει, αυξάνοντας με τον καιρό το δικό του πολιτικό και νομικό βάρος. Πάντως, αυτή η γενική ευαισθησία για το ρόλο του Χάρτη δείχνει και τη σημασία που αποδίδεται στις κοινές αξίες που πρέπει να προβληθούν ως βάση, πάνω στην οποία θα στηριχτεί νομικά η δημοκρατία, η ισχύς, και η σταθερότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις επόμενες δεκαετίες.

Με αυτά τα ολίγα που σημείωσα εδώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θέλησα να υπογραμμίσω κυρίως το γεγονός ότι διανύουμε μια περίοδο εργώδους και δημιουργικής προσπάθειας, για να προωθηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συνεργασία και η αλληλοκατανόηση των λαών της Ευρώπης και για να εδραιωθεί η ειρήνη, η πρόοδος και η ελευθερία. Είναι ελπιδοφόρο το γεγονός ότι στην προσπάθεια αυτή συμβάλλουν πολλοί και ικανοί Ευρωπαίοι. Η καλύτερη στιγμή της προσπάθειας αυτής θεωρώ ότι είναι, όταν, αυτοί που ασχολούνται με τις ευρωπαϊκές υποθέσεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων, βγαίνουν από τα γραφεία τους ή τις αίθουσες συνεδριάσεων, για να ακούσουν τους πολίτες, προς χάριν των οποίων αποφασίζουν, και να τους ενημερώσουν σχετικά με τους προβληματισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που διακρίνεται η σκιά μιας βαριάς γραφειοκρατικής μηχανής κρυμμένης πίσω από σωρούς φακέλων ερμητικά κλεισμένων ή γεμάτων με ακατανόητα στοιχεία για τους πολλούς. Γενικά όμως έχει γίνει αντιληπτό ότι η διαφάνεια και ο ειλικρινής διάλογος είναι η βάση, πάνω στην οποία θα στηριχτεί δημοκρατικά η Ευρωπαϊκή Ένωση, με προοπτική ισχυρής συνοχής των μελών της κατά τις δεκαετίες που έρχονται.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Διευθυντή 2002 Αναζητώντας «Μια ψυχή για την Ευρώπη», Επισκόπου Αχαΐας Αθανασίου