Συνεργατών

Δρ Κυριάκος Ρέβελας:Πανδημία, παγκοσμιοποίηση και δημοκρατία.

Πανδημία, παγκοσμιοποίηση και δημοκρατία.

Δρ Κυριάκος Ρέβελας, Βρυξέλλες

Συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ.

revelas Copy

Η πανδημία του κορωνοϊού που έπληξε σταδιακά όλες τις περιοχές της υφηλίου από την αρχή του έτους έδωσε αφορμή για συζητήσεις που αφορούν μεταξύ άλλων στη δημοκρατία. Προβληματισμός υπάρχει επίσης ως προς τις σχέσεις ευρωπαϊκής ενοποίησης και παγκοσμιοποίησης και τις προκλήσεις και αντοχές της συνταγματικής φιλελεύθερης δημοκρατίας στην εποχή μας. Πρόκειται για σύνθετα ζητήματα τα οποία θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε στο παρόν σύντομο άρθρο.

Η συζήτηση περί πανδημίας και δημοκρατίας επικεντρώθηκε κυρίως σε δύο ζητήματα.

α) κατά πόσον δημοκρατικές κοινωνίες είναι περισσότερο ή λιγότερο αποτελεσματικές ως προς την αντιμετώπιση της πανδημίας σε σύγκριση με αυταρχικά καθεστώτα

β) τις συνέπειες για τις δημοκρατικές ελευθερίες των μέτρων έκτακτης ανάγκης που ελήφθησαν ώστε να περιορισθούν οι επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης.

Ως προς το πρώτο θέμα, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση με την έννοια ότι στις χώρες που αντιμετώπισαν επιτυχώς το πρώτο κύμα της πανδημίας συγκαταλέγονται τόσο δημοκρατικά όσο και αυταρχικά πολιτικά συστήματα. Πάντως είναι νωρίς να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ούτε οι μέθοδοι καταμέτρησης κρουσμάτων και θυμάτων οδηγούν σε συγκρίσιμα μεγέθη, ούτε η αξιοπιστία των στοιχείων που δίνουν οι αρχές αυταρχικών καθεστώτων είναι υπεράνω πάσης υποψίας, ούτε οι υγειονομικές αλλά και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις μπορούν να αποτιμηθούν με σχετική ακρίβεια. Το μόνο βέβαιο είναι ότι σε χώρες με λαϊκιστές ηγέτες όπως π.χ. στις ΗΠΑ ή τη Βραζιλία η πανδημία εξελίσσεται με ρυθμό ανεξέλεγκτο, πράγμα που δεν είναι άσχετο με την υποτίμηση της επιστημονικής γνώσης και εμπειρίας των ειδικών, την έντονη πόλωση στην κοινωνία καθώς και τις καθυστερήσεις και ανακολουθίες που αυτά συνεπάγονται.

Το δεύτερο ζήτημα μπορεί να εξετασθεί ευκολότερα επειδή είναι πιο συγκεκριμένο και έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς συνεργασίας (Verfassungsblog). Μέτρα έκτακτης ανάγκης ελήφθησαν σε πολλές χώρες, άλλοτε προβλεπόμενα από το Σύνταγμα και άλλοτε από την κοινή νομοθεσία. Παρά την μεγάλη ποικιλία των καταστάσεων τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία εκτίμησης. 1) όροι κήρυξης έκτακτης ανάγκης 2) μεταβίβαση εξουσιών 3) περιορισμοί εφαρμογής και 4) κοινοβουλευτικός ή δικαστικός έλεγχος. Προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση εξουσίας επιβάλλεται να τηρούνται ορισμένες απλές αρχές, δηλαδή η μεταβίβαση εξουσίας πρέπει να έχει περιορισμένη χρονική ισχύ και σαφές περιεχόμενο, να θεμελιώνεται σε νόμο και να διέπεται από την αρχή της αναλογικότητος ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και επίσης πρέπει να προβλέπεται έλεγχος από ανεξάρτητη αρχή και δυνατότητα επανεξέτασης.

Είναι προφανές ότι η επιδημία έχει σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης, και στην άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια πρώτη αποτίμηση οδηγεί στα εξής συμπεράσματα. Σημαντικότερο από τη νομική μορφή των μέτρων έκτακτης ανάγκης είναι να διασφαλίζεται η αποφυγή κατάχρησης εξουσίας και ο σεβασμός στη διάκριση των εξουσιών. Η ποινικοποίηση και αυστηρές κυρώσεις δεν συνεπάγονται κατ’ανάγκην καλύτερα αποτελέσματα στον έλεγχο της επιδημίας. Περιορισμοί στην ελευθερία του λόγου, ιδίως ιατρών και δημοσιογράφων, μπορεί να λειτουργήσουν αντιπαραγωγικά επειδή δεν θα ελέγχεται η διάδοση εσφαλμένων πληροφοριών με συνέπεια την μη συμμόρφωση με τις επίσημες οδηγίες. Τέλος, καλές πρακτικές σημαίνουν ότι τα έκτακτα μέτρα πρέπει να διακρίνονται από νομική ασφάλεια, διαφάνεια, σαφή επικοινωνία και πλήρη ενημέρωση των πολιτών καθώς και έγκαιρη αντίδραση, χαρακτηριστικά τα οποία συμβάλλουν σε λιγότερα κρούσματα / θύματα και στη γρηγορότερη άρση των περιορισμών.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατάσταση έκτακτης ανάγκης defacto ίσχυσε σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά επίσημη ανακήρυξη έγινε σε 11 από αυτά (DRI). Σε αρκετές περιπτώσεις σημειώθηκαν στην αρχή νομικές ατέλειες που οφείλονταν σε πληθώρα αποφάσεων οι οποίες όμως διορθώθηκαν στη συνέχεια ώστε να αποκατασταθεί η νομική ασφάλεια. Η ταχύτητα στις δημόσιες προμήθειες αύξησε τον κίνδυνο διαφθοράς ιδιαίτερα σε χώρες με σχετικό ιστορικό. Σαφής επικοινωνία προς τους πολίτες όταν περιορίζονται βασικές ελευθερίες είναι απαραίτητη από την άποψη λογοδοσίας και δικαστικού ελέγχου αλλά δεν εξασφαλίσθηκε πάντοτε. Η Ουγγαρία αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή. Στην κυβέρνηση δόθηκε σχεδόν απεριόριστη νομοθετική εξουσία, χωρίς χρονικό όριο, που χρησιμοποιήθηκε π.χ. για να ανασταλεί η εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας που αφορά την προστασία των προσωπικών δεδομένων και για την μεταφορά των σημαντικότερων πηγών εσόδων των δήμων στις νομαρχίες εκεί όπου η τοπική αυτοδιοίκηση έχει περάσει στα χέρια της αντιπολίτευσης, και τα δύο μέτρα άσχετα με την επιδημία. Επίσης ποινικοποιήθηκε η ελευθερία του λόγου σχετικά με την επιδημία. Η κυβέρνηση της Πολωνίας επιχείρησε να διεξαγάγει τις προεδρικές εκλογές με επιστολική ψήφο χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία παρά την αντίθεση της αντιπολίτευσης, τελικά όμως οι εκλογές αναβλήθηκαν την τελευταία στιγμή.

Εκτός από τη σημερινή πανδημία και άλλες που πιθανό να ακολουθήσουν η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει στον αιώνα μας και άλλα απειλητικά προβλήματα. Η καταστροφική κλιματική αλλαγή και η δραματική μείωση της βιοποικιλότητος, μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα, οι συνέπειες της ανακατάταξης των διεθνών αλυσίδων παραγωγής για το κράτος πρόνοιας, οι κοινωνικές επιπτώσεις της ψηφιακής επανάστασης και της τεχνητής νοημοσύνης καθώς επίσης η διεθνής τρομοκρατία και το οργανωμένο έγκλημα είναι τα σημαντικότερα από τη σημερινή σκοπιά και συναρτώνται με τον ένα ή άλλο τρόπο με την παγκοσμιοποίηση. Τα προβλήματα αυτά δεν πρέπει να μας κάνουν να ξεχνάμε τη θετική πλευρά της παγκοσμιοποίησης, ότι δηλαδή τις τελευταίες δεκαετίες σημειώθηκε η μεγαλύτερη και ειρηνικότερη στην ιστορία μεταφορά παραγωγικού πλούτου σε χώρες με χαμηλή ανάπτυξη και βιοτικό επίπεδο με αποτέλεσμα δισεκατομμύρια άνθρωποι να ξεφύγουν από τη φτώχεια. Αλλά οι ανισότητες έχουν διευρυνθεί εντός των κοινωνιών. Συνολικά η έως τώρα ασυγκράτητη και αδάμαστη παγκοσμιοποίηση θέτει τις κοινωνίες προ μεγάλων προκλήσεων και δοκιμάζει την ικανότητα και αποτελεσματικότητα δημοκρατικών κρατών να τις αντιμετωπίζουν. Επιστρέφουμε με άλλα λόγια στο αρχικό ερώτημα κατά πόσον η δημοκρατία είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των καιρών.

Η παγκοσμιοποίηση είναι το κυρίαρχο θέμα προβληματισμού στις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως λόγω της ταχύτητας με την οποία εξαπλώθηκε και των προβλημάτων που ανέκυψαν. Στην καθημερινή εμπειρία, την επιστημονική ανάλυση και τον πολιτικό διάλογο επικρατεί η οικονομική διάσταση αλλά η παγκοσμιοποίηση είναι πολύ ευρύτερο φαινόμενο που περικλείει επίσης πολιτιστικές, θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Τα κράτη, τα κύρια υποκείμενα των διεθνών σχέσεων στο παρελθόν, δεν είναι πλέον σε θέση να επιβάλουν κανόνες και περιορισμούς στις διεθνείς συναλλαγές όπως πριν. Οι διεθνείς οργανισμοί, παρόλο που γνώρισαν μεγάλη άνθηση ακριβώς λόγω της ταχύτατης ανάπτυξης των συναλλαγών και της επικοινωνίας, δεν φαίνεται να είναι σε θέση να συμβάλουν αποτελεσματικά στην παγκόσμια διακυβέρνηση, όπως δείχνουν τα ανησυχητικά φαινόμενα που αναφέραμε. Αλλά κυρίως τους λείπει η δημοκρατική νομιμοποίηση της οποίας απολαύουν τα κράτη. Έχουμε δηλαδή να κάνουμε με μία μη ικανοποιητική κατάσταση όπου τα κράτη έχουν τη νομιμοποίηση αλλά όχι τα μέσα αποτελεσματικής διαχείρισης ενώ οι διεθνείς οργανισμοί, ακόμη και όταν έχουν τα μέσα αποτελεσματικής διαχείρισης, δεν διαθέτουν την απαιτούμενη νομιμοποίηση. Καταβάλλονται βέβαια προσπάθειες εκδημοκρατισμού των διεθνών οργανισμών αλλά δεν φαίνεται πιθανό να καρποφορήσουν εν όψει της αυξανόμενης αντιπαράθεσης κοινωνικών και πολιτιστικών μοντέλων που διέπονται από διαφορετικές αξίες. Η πρόσφατη και εξελισσόμενη αντιπαράθεση μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, η οποία ενισχύθηκε με αφορμή την πανδημία και τη διαχείρισή της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, είναι ενδεικτική του εντεινόμενου συστημικού ανταγωνισμού.

Η Ευρώπη φαίνεται να συνειδητοποίησε σχετικά πρόσφατα ότι η παγκοσμιοποίηση με κύρια κινητήρια δύναμη τις επιχειρήσεις έχει μάλλον υπερβεί το άριστο σημείο. Πάντως η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεν έχει λόγο ούτε να αναδιπλωθεί από την παγκόσμια αγορά και να καταφύγει σε προστατευτισμό ούτε όμως να εμπλακεί στην ανταγωνιστική σχέση μεταξύ της υποχωρούσας και της ανερχόμενης δύναμης στο παγκόσμιο στερέωμα. Αντίθετα η ΕΕ πρέπει να συνειδητοποιήσει το μεγάλο δυναμικό που διαθέτει και ταυτόχρονα να εργασθεί με συνοχή για την προώθηση των δικών της αξιών και συμφερόντων.

Ως προς την οικονομική παγκοσμιοποίηση η ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει επιτελέσει ένα διττό ρόλο. Αφενός προώθησε το άνοιγμα και την απελευθέρωση των οικονομιών των κρατών μελών και την ενσωμάτωσή τους στην μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά, προετοιμάζοντας έτσι την επωφελή ένταξή τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Αφετέρου με τη θέσπιση κοινών τεχνικών προδιαγραφών και κανόνων, οι οποίοι defacto επιβάλλονται παγκοσμίως λόγω του μεγέθους και της ελκυστικότητας της ενιαίας αγοράς, συμβάλλει στην προστασία της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και από την τάση εξίσωσης προς τα κάτω. Τα παραδείγματα είναι πολλά, αρκεί να αναφερθούν οι κανονισμοί στην αγορά εργασίας, οι κανόνες προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, οι τεχνικές προδιαγραφές για την προστασία καταναλωτών και οι κανόνες προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Οι κανόνες και προδιαγραφές της ΕΕ διασφαλίζουν ότι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που παράγονται στην Ευρώπη ανταποκρίνονται στις αξίες και τις προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Η σχετική αποτελεσματικότητα δεν είναι επαρκής και σίγουρα υπάρχει περιθώριο να βελτιωθεί. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τη δημοκρατική νομιμοποίηση της ΕΕ. Ωστόσο και στις δύο αυτές διαστάσεις οι επιδόσεις της ΕΕ είναι ανώτερες από τις αντίστοιχες των διεθνών οργανισμών. Στην εσωτερική θεώρηση, δηλαδή έναντι των κρατών μελών, η ΕΕ υπερτερεί οπωσδήποτε ως προς την αποτελεσματικότητα, ωστόσο υστερεί ως προς τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Πρόκειται για θέμα με σοβαρές προεκτάσεις που αξίζει να διερευνηθεί περαιτέρω.


Με την παγκοσμιοποίηση και την ευρωπαϊκή ενοποίηση συναρτάται σε κάποιο βαθμό το φαινόμενο του λαϊκισμού. Την περασμένη δεκαετία λαϊκιστικά κόμματα και ηγέτες αύξησαν την εκλογική τους δύναμη σε πολλές χώρες με κύριους παράγοντες την κρίση των παραδοσιακών κομμάτων, την πολυδιάσπαση και πόλωση της δημόσιας σφαίρας (τάση που φαίνεται να ενισχύουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης), την απογοήτευση από τις επιδόσεις του δημοκρατικού συστήματος στην οικονομία, ριζικές αλλαγές στην αγορά εργασίας λόγω ψηφιοποίησης καθώς επίσης αυξημένες ανισότητες και απώλεια ελέγχου λόγω της παγκοσμιοποίησης. Ούτε κράτη μέλη της ΕΕ έχουν μείνει ανεπηρέαστα από την τάση αυτή. Συχνά οι λαϊκιστές στρέφονται κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης με το επιχείρημα ότι πολιτικές που εφαρμόζει η ΕΕ δεν ανταποκρίνονται στη λαϊκή βούληση και επομένως η ίδια δεν είναι δημοκρατική.

Οι σύγχρονες δημοκρατίες χαρακτηρίζονται από πλουραλισμό. Τα πολιτικά κόμματα παίζουν σημαντικό ρόλο ως το κύριο όργανο έκφρασης των διαφορετικών και αντιτιθέμενων συμφερόντων και επιδιώξεων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων. Παίρνουν μέρος στην πολιτική αντιπαράθεση με στόχο την απόκτηση της πλειοψηφίας και την κατάκτηση της εξουσίας για τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Αλλά μετά τις εκλογές οφείλουν να ενστερνίζονται και να εφαρμόζουν έναν πολιτικό πολιτισμό συνεργασίας, διαλόγου και συμβιβασμών ώστε να ανταποκριθούν στο ρόλο τους και να συμβάλουν στην αντιμετώπιση των προκλήσεων για το κοινό καλό. Εδώ εντοπίζονται οι παθογένειες της δημοκρατίας στην εποχή μας όταν, αντίθετα, ηγέτες και πολιτικά κόμματα καλλιεργούν ή επιτείνουν την κοινωνική πόλωση, με άλλα λόγια υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού. Είναι θετικό ότι διάφορα λαϊκά κινήματα ανακινούν κοινωνικά ζητήματα που έχουν παραμελήσει οι κυβερνώντες και επίσης δίνουν φωνή σε πολίτες που έχουν μείνει στο περιθώριο. Στο μέτρο που κάποια (νέα) κόμματα αναλαμβάνουν να εκφράσουν τα αιτήματα αυτά και να διοχετεύσουν την πολιτική ενέργεια προς επίλυση των προβλημάτων πρέπει να αξιολογηθούν θετικά. Ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις κόμματα διαμαρτυρίας διολισθαίνουν στο λαϊκισμό με την έννοια ότι επιδίδονται σε στείρα αντιπαράθεση, δαιμονοποιούν συλλήβδην όλες τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, τις ελίτ ή κάποιες μειονότητες, και κυρίως αποστρέφονται και καταπολεμούν τις συνταγματικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Με τη συμπεριφορά τους αυτή αντιστρατεύονται και διαβρώνουν τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Οι επί μέρους προκλήσεις που αναφέρθηκαν (πανδημίες, περιβαλλοντικά προβλήματα, μεταναστευτικές ροές, ψηφιακή μετάβαση κλπ.) καθώς και γενικότερα η παγκοσμιοποίηση αναμφίβολα θέτουν τις σύγχρονες κοινωνίες προ διλημμάτων και δύσκολων επιλογών. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες είναι σε θέση να αντεπεξέλθουν σε αυτές και άλλες μελλοντικές κρίσεις. Σε σύγκριση με άλλα πολιτικά συστήματα η δημοκρατία αναμφισβήτητα υπερέχει ως προς τη νομιμοποίηση δεδομένου ότι οι πολίτες συμμετέχουν ισότιμα στη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Σε αυτό συμβάλλουν, πέραν της αντιπροσωπευτικής διάστασης, στοιχεία της συμμετοχικής δημοκρατίας, δηλαδή μια ενεργός κοινωνία των πολιτών, ο ελεύθερος δημόσιος διάλογος και μορφές άμεσης δημοκρατίας, όπου υπάρχουν. Σημαντικό πλεονέκτημα και όρος επιβίωσης, που προέρχεται από την κοινωνία των πολιτών και τον δημόσιο διάλογο, είναι η ικανότητα των δημοκρατιών να μαθαίνουν και να προσαρμόζονται σε νέες συνθήκες. Ωστόσο οι δημοκρατίες. όπως και γενικά οι ανθρώπινες κοινωνίες, έχουν την τάση να υπερτιμούν το παρόν σε βάρος του μέλλοντος. Αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Πρέπει επομένως να εξασφαλίσουμε ότι η εγρήγορση των πολιτών και η προσαρμοστικότητα που χαρακτηρίζει τις δημοκρατίες θα μεταφράζεται στο εξής στην αναγκαία πρόνοια για τη διατήρηση της ζωής και του πολιτισμού στον πλανήτη μας.

 

Βιβλιογραφία

Francesca Bignami (Ed.), EU Law in Populist Times, Crises and Prospects, Cambridge University Press 2020

Anu Bradford, The Brussels effect, How the EU rules the world, Oxford University Press, 2020

Thomas Carothers, Andrew O’ Donohue (Eds.), Democracies divided, The global challenge of political polarization, Carnegie, 2019

Democracy Reporting International (DRI), The Rule of Law Stress Test – EU Member States’ Responses to COVID 19, 2020
https://democracy-reporting.org/dri_publications/the-rule-of-law-stress-test-eu-member-states-responses-to-covid-19/

Otfried Höffe, Ist die Demokratie zukunftsfähig? München 2009

International Institute for Democracy and Electoral Assistance (IDEA), The global state of democracy 2019, Addressing the ills, reviving the promise
www.idea.int

Verfassungsblog, COVID 19 and States of Emergency, 2020

α) Introduction, country reports
https://verfassungsblog.de/introduction-list-of-country-reports/

β) States of Emergency
https://verfassungsblog.de/states-of-emergency/

Hans Vorländer, Demokratie, Geschichte, Formen, Theorien, München 2019

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Δρ Κυριάκος Ρέβελας:Πανδημία, παγκοσμιοποίηση και δημοκρατία.