Συνεργατών

Αντώνης Καστρισιανάκης: Υπέρ της Ευρωπαικής αλληλεγγύης

ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Αντώνης Καστρισιανάκης

Πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ

kastrisianakis Copy

Στη διάρκεια του τρέχοντος έτους, με την κρίση του κορωνοϊού, οι συζητήσεις γύρω από την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δίνουν και παίρνουν.

Τα ιστορικά επιτεύγματα της ΕΕ είναι σπουδαία και μεγάλα, με πρώτο και κύριο τη συμβολή της στην ειρήνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο, παράλληλα με την εξασφάλιση πολιτικής ελευθερίας και δημοκρατικών θεσμών, υψηλών σχετικά επιπέδων οικονομικής ευμάρειας των κοινωνιών της και ισχυρών συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας.

Ωστόσο, η Ένωση δρα στο παρόν, δεν μπορεί να επαφίεται στα θετικά αποτελέσματα παλαιοτέρων επιτυχιών. Χρειάζεται να αίρεται συνεχώς στο ύψος των μεγάλων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το εκάστοτε νέο ζητούμενο για την ΕΕ είναι η έγκαιρη και αποφασιστική έκφραση της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης στην αντιμετώπισή τους.

Η αλληλεγγύη(και το ‘πνεύμα αλληλεγγύης’) είναι δυναμική ύπαρξης σύμφυτη με την ΕΕ. Ο όρος αναφέρεται συχνά στα κείμενα των ευρωπαϊκών Συνθηκών και αφορά σε όλο σχεδόν το πεδίο δράσης της : στην προώθηση κοινωνιών αλληλεγγύης στα Κράτη μέλη, στις σχέσεις μεταξύ Κρατών μελών, και στις σχέσεις με τρίτες, αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, η έννοια της αλληλεγγύης δεν προσδιορίζεται περαιτέρω στα νομικά κείμενα. Πρόκειται λοιπόν για διακηρυγμένη ευχή μάλλον παρά για νομικό δικαίωμα ή υποχρέωση της ΕΕ και των Κρατών μελών. Η ίδια η ετυμολογία της λέξης προϋποθέτει σχέση αμφίδρομη και ανταλλαγή: η αλληλεγγύη δεν είναι υποστήριξη και γενναιοδωρία χωρίς αντίκρισμα. Αλληλεγγύη δεν νοείται επίσης παρά μόνο στη βάση νομίμων συμφερόντων και κράτους δικαίου, η γενική τήρηση των οποίων επιτρέπει τη σύμπραξη στο επίπεδο της Ένωσης. Όταν δε δεν υπάρχει ταύτιση συμφερόντων σε επιμέρους τομείς, το ευρύτερο κοινό συμφέρον βρίσκεται στην ίδια την Ένωση, από την ενδυνάμωση της οποίας όλοι μπορούν να ωφεληθούν, ενώ από την αποδυνάμωση ή διάλυσή της όλοι χάνουν.

Κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια, η Ένωση έχει βρεθεί αντιμέτωπη με αλλεπάλληλες κρίσεις : την κρίση και διάσωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος το 2009 ακολούθησε η μεγάλη οικονομική ύφεση, η ανεργία και υποαπασχόληση, η κρίση του Ευρώ και τα μνημόνια. Εν μέσω αυτών των δυσκολιών ξέσπασαν η προσφυγική-μεταναστευτική κρίση και το Brexit. Οι εισοδηματικές και άλλες κοινωνικές ανισότητες επιδεινώθηκαν και έγινε αισθητή η υποχώρηση των δημοκρατικών θεσμών σε κάποια Κράτη μέλη. Σήμερα, η Ένωση δοκιμάζεται και από την υγειονομική κρίση του κορωνοϊού με τις απότομες οικονομικές και κοινωνικές της επιπτώσεις.

Οι συσσωρευμένες αυτές κρίσεις συνδυάζονται και με μεγάλες προκλήσεις στο παγκόσμιο σκηνικό: από γεωπολιτικές ανακατατάξεις με συνέπειες για την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική, από την κλιματική αλλαγή, καθώς και από την επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας και των κοινωνικών σχέσεων.

Λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες αυτές εξελίξεις, είναι θεμιτό να τίθενται ερωτηματικά για την ικανότητά της Ένωσης να ανταπεξέρχεται αποτελεσματικά, να διατηρεί και ενισχύει τη συνοχή της, και να προχωρεί προς μια διαρκώς αυξανόμενη αλληλεγγύη και στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης.

Στη διάρκεια του τρέχοντος έτους οι σχετικές αμφισβητήσεις εκφράστηκαν κατά κόρον. Η αρχική αδυναμία της Ένωσης να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση του κορωνοϊού που ξέσπασε στη Βόρεια Ιταλία πριν επεκταθεί σε ολόκληρη την Ένωση, θεωρήθηκε από πολλούς ως απουσία ευρωπαϊκής αλληλεγγύης προς τους πληγέντες. Εξέθεσε την Ένωση ως προς τον ευρωπαϊκό συντονισμό των υγειονομικών πολιτικών στα Κράτη μέλη, για τις οποίες -πρέπει να υπογραμμισθεί- η ΕΕ έχει ελάχιστη θεσμική ευθύνη, αφού κάθε Κράτος μέλος διατηρεί αποκλειστική αρμοδιότητα. Παράλληλα, ο κορωνοϊός δοκιμάζει καίρια την ΕΕ σε ό,τι αφορά την αποφασιστικότητα και την ταχύτητα με την οποία θα δράσει για να ανταπεξέλθουν τα Κράτη μέλη και οι πολίτες στην οικονομική κρίση που επελαύνει.

Πολλοί φοβήθηκαν ότι το ‘μικρόβιο’ - έκφραση του JacquesDelors - της αντιπαλότητας και του διχασμού επέστρεψε και θα επικρατήσει, και ότι η Ένωση θα αποτύχει, θα αποδυναμωθεί και θα περιθωριοποιηθεί.

Άλλοι, ευρωσκεπτικιστές, πεισμένοι ότι δεν υπάρχει ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, ή, ιδίως, ότι δεν πρέπει να υπάρχει, θεωρούσαν την αποτυχία δεδομένη ή και απαραίτητη : αν η ΕΕ αδυνατεί να λύσει άμεσα και καίρια προβλήματα των Κρατών μελών, ποια είναι η χρησιμότητά της; Μήπως δεν πρέπει να βασιζόμαστε στην υπερεθνική συνδρομή της, αλλά σε δυνάμεις και συμμαχίες οργανωμένες εκτός ΕΕ, σε εθνικό ή διακρατικό επίπεδο;

Με τη συμφωνία που επετεύχθη στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21 Ιουλίου 2020, η ΕΕ διέψευσε τους φόβους των μεν και τις κακεντρεχείς ελπίδες των δε. Η συμφωνία αποτελεί ορόσημο για την Ένωση, μια καίρια επανεκκίνηση στο εβδομηκοστό έτος της πορείας της. Όπως και σε άλλες κρίσιμες στιγμές της ιστορίας της, η Ένωση ‘έφυγε μπροστά’, απέσεισε αγκυλώσεις και επιβεβαίωσε την απόλυτη αναγκαιότητα της ύπαρξής της. Παρά τις αντιστάσεις των τεσσάρων λεγομένων ‘φειδωλών’ Κρατών μελών (Ολλανδία, Αυστρία, Σουηδία, Δανία), η ΕΕ αντέδρασε έγκαιρα και γενναία εγκρίνοντας μια αστρονομική δέσμη μέτρων ύψους €1824 δις! Εκτός από το τακτικό πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 2021-27, το πακέτο αυτό περιλαμβάνει το νέο Ταμείο Ανάκαμψης, μια πρωτοφανή πρόσθετη προσπάθεια ύψους €750 δις για να μπορέσουν όλα τα Κράτη μέλη να ανταπεξέλθουν στα οικονομικά και κοινωνικά πλήγματα της πανδημίας. Πρόκειται για επανάσταση, για ‘αλλαγή υποδείγματος’, στο βαθμό που οι χρηματοδοτήσεις θα προέλθουν από δανεισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος της ΕΕ και η αποπληρωμή, σε βάθος χρόνου, θα επιβαρύνει τον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό. Τα μέτρα αυτά έρχονται να προστεθούν σε εκείνα που η ΕΕ είχε υιοθετήσει ήδη το προηγούμενο τετράμηνο, δηλαδή για την υποστήριξη των συστημάτων υγείας, των ανέργων και των επιχειρήσεων, καθώς και στην ανεπανάληπτη δημοσιονομική χαλάρωση, η οποία πλαισιώνει και τις συνεχιζόμενες μαζικές εξαγορές ομολόγων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Από τη μία στιγμή στην άλλη η Ένωση επιβεβαίωσε ότι εξακολουθεί να είναι ζωντανή, ένας δυνατός ηγετικός οργανισμός, με ‘τέρμα το γκάζι’ προς το συμφέρον όλων και μάλιστα των πλέον αδυνάμων. Εν μέσω συσσωρευμένων κρίσεων, η επιπρόσθετη κρίση του κορωνοϊού, αντί να περιπλέξει, έχει δημιουργήσει μια νέα δυναμική αλληλεγγύης, μια εξαιρετική ευκαιρία για την επανεκκίνηση της ΕΕ των 27 Κρατών μελών. Όπως πολλές φορές στο παρελθόν, αποφασιστική υπήρξε η Γαλλογερμανική σύμπραξη. Καταλύτης δε έγινε η στροφή της Γερμανίας προς την ενίσχυση των ευρωπαϊκών θεσμών και την υποστήριξη οικονομικών πολιτικών που προβάλλονταν από τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, κάτι που μέχρι πρόσφατα ήταν αδιανόητο. Απομένει πλέον η άμεση νομοθετική ίδρυση του Ταμείου Ανάκαμψης, η οποία δυστυχώς προσκρούει στην άρνηση κάποιων Κρατών μελών να τεθεί ο σεβασμός του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων - βασικών αρχών της Ένωσης - ως όρος για την πρόσβαση στις χρηματοδοτήσεις. Πρόκειται για παράλογη άρνηση εκ των υστέρων και για κατάχρηση της αρχής της ομοφωνίας που απαιτείται για την απόφαση αυτή, που, κατά πάσα πιθανότητα, θα αποβεί σε βάρος των λιγοστών Κρατών μελών που την προβάλλουν.

Η επανεκκίνηση της Ένωσης και η Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θα πρέπει να επιβεβαιωθούν τους ερχόμενους μήνες και με άλλες κρίσιμες αποφάσεις. Ανάμεσα σε αυτές είναι η υιοθέτηση από την ΕΕ του νέου συμφώνου για τη μετανάστευση και το άσυλο - που ήδη προτάθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άλλο καίριο θέμα είναι η φορολόγηση των ψηφιακών δραστηριοτήτων των πολυεθνικών εταιρειών. Είναι επίσης η συμφωνία - ή μη συμφωνία - για τη μελλοντική σχέση με το Ηνωμένο Βασίλειο - κατά την αποχώρηση του οποίου, υπενθυμίζεται, η ΕΕ προσφέρει πλήρη αλληλεγγύη προς την Ιρλανδία, ως Κράτος μέλος της. Άλλες κρίσιμες κατευθύνσεις και αποφάσεις για την εξωτερική ασφάλεια της ΕΕ και στις διεθνείς της σχέσεις ελπίζεται να αφορούν στην εγκαθίδρυση μιας ευρείας και σταθερής συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην ενίσχυση των Διεθνών Οργανισμών, στην ανάσχεση της διείσδυσης της Κίνας στην ευρωπαϊκή οικονομία, στην προώθηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, και βέβαια στις γεωπολιτικές εξελίξεις στον ευρύτερο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου - Μέσης Ανατολής - Δυτικής Ασίας. Σε αυτές πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η αποτελεσματική ανακοπή της παραβατικότητας της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Αντώνης Καστρισιανάκης: Υπέρ της Ευρωπαικής αλληλεγγύης