Συνεργατών

Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος: Μετανάστες, πρόσφυγες και ξένοι κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο

Μετανάστες, πρόσφυγες και ξένοι κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο

Παναγιώτης Α.   ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ομότιμος καθηγητής του Université CatholiquedeLouvain

Συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ

giannopoulos

Η μετανάστευση ως κοινωνικό φαινόμενο μετακίνησης προσώπων ή ομάδων προσώπων σε αναζήτηση χώρων εγκατάστασης υπό καλύτερους όρους ζωής είναι σύμφυτη με την ιστορία του ανθρώπου. Για να περιοριστούμε στον ελλαδικό χώρο, ήδη από την προϊστορική εποχή αναφέρονται οι μεταναστεύσεις των Αχαιών και των Δωριέων. Οι μαζικές αυτές μετακινήσεις λαών είχαν κατακτητικό χαρακτήρα και προκάλεσαν δηώσεις, καταστροφή προϋπαρχόντων πολιτισμών και διοικητικών δομών, λόγος για τον οποίο οι αυτόχθονες προσπαθούσαν να απωθήσουν τους επήλυδες. Ανάλογες είναι και οι μεταναστεύσεις Γερμανικών και Γοτθικών λαών κατά την περίοδο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Παρεμφερείς είναι οι μετακινήσεις λαών, οι αποκαλούμενες εισβολές, που σκόπευαν στη συναγωγή λαφύρων, ενώ παράλληλα προκαλούσαν καταστροφές και ανθρώπινα θύματα. Τέτοιες εισβολές παρατηρούνται μετά από την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της αδυναμίας της να ελέγξει τα σύνορα. Παραδειγματικά αναφέρουμε τις εισβολές των Ούννων, των Αβάρων, των Σλάβων, των Νορμανδών, των Πετσενέγκων, κλπ. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για μετανάστες υπό τη σημερινή έννοια του όρου.

          Η διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και η ίδρυση της Ανατολικής ρωμαϊκής επικράτειας, γνωστής περισσότερο ως Βυζαντινής αυτοκρατορίας, με την παράλληλη επικράτηση του χριστιανισμού, δεν άλλαξε σημαντικά την κατάσταση. Στην κάποια καλυτέρευση της γενικής εικόνας περισσότερο συνέβαλε η ανάσχεση για μερικούς αιώνες των μεγάλων μεταναστεύσεων των λαών. Μικρότερες ομάδες λαών όπως οι Λομβαρδοί, οι Ερούλοι, οι Γέπιδες, οι Άντες, οι Τούρκοι κλπ, μη έχοντας την ισχύ να παραβιάσουν το σύνορο, ζητούσαν την άδεια εγκατάστασης εντός της αυτοκρατορίας σε χώρους που ήταν ακατοίκητοι. Η αυτοκρατορία παραχωρούσε αυτό το δικαίωμα αναγνωρίζοντάς τους ως συμμάχους (φοιδεράτοι) υπό τον όρο οι αφιχθέντες να παρέχουν έναν αριθμό ανδρών στον αυτοκρατορικό στρατό. Κατά τα λοιπά οι λαοί αυτοί διατηρούσαν την αυτονομία τους, τους θεσμούς τους, τη θρησκεία τους, τη γλώσσα τους, κλπ. αναγνωρίζοντας μία σκιώδη αυτοκρατορική επικυριαρχία. Κάτι ανάλογο θα συμβεί τον Ζ΄ αι. όταν σλαβικές φυλές εγκαταστάθηκαν σε περιοχές που κατέλαβαν δημιουργώντας σε βυζαντινά εδάφη μικρά κρατικά μορφώματα, γνωστά ως “σκλαβινίες”, τα οποία η αυτοκρατορία θεωρούσε ως ξένες επικυριαρχίες και ως τον Ι΄ αι. προσπαθούσε να υποτάξει. Συνεπώς ούτε στην περίπτωση αυτή είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε μετανάστες υπό τη σημερινή του όρου σημασία.

          Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες κυρίως από τον Στ΄ ως τον ΙΑ΄ αιώνα συχνά μετακινούσαν πληθυσμούς από περιοχές δημογραφικά εύρωστες ή από περιοχές που ανακαταλάμβαναν και δεν ήταν σε θέση να τις διατηρήσουν, σε περιοχές που είχαν ερημώσει εξ αιτίας των εισβολών ή των επιδρομών. Με τον τρόπο αυτό ενίσχυαν τη γεωργική παραγωγή και αύξαναν τα κρατικά έσοδα από τον έγγειο φόρο, τον φόρο κατοικίας και τον προσωπικό φόρο. Διάσημες είναι οι μεταφορές πληθυσμών π.χ. από τις αραβοκρατούμενες ανατολικές επαρχίες στη Θράκη και από την Κύπρο στην Κύζικο επί Ιουστινιανού Β΄ (πρώτη βασιλεία 685-695, δεύτερη βασιλεία 705-711), των κατοίκων της Νότιας Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη επί Κωνσταντίνου Ε΄(741-775) μετά από την πανώλη που αποδεκάτισε τον πληθυσμό της πρωτεύουσας, τη μεταφορά αιχμαλώτων σλαβικής καταγωγής από την Πελοπόννησο στη Μικρά Ασία επί Κωνσταντίνου Στ΄ και Ειρήνης της Αθηναίας (780-802), την μεταφορά μικρασιατικών πληθυσμών στη Μακεδονία και στη Θράκη επί Νικηφόρου Α΄ (802-811) για την επανοίκηση έρημων περιοχών, κλπ.[1] Και στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για μετανάστες όπως τους εννοούμε σήμερα, αλλά για εσωτερικές μετακινήσεις πληθυσμών που συνήθως είχαν βίαιο χαρακτήρα, δεδομένου ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τα πατρογονικά εδάφη, ούτε αναζητούσαν καλύτερους τρόπους ζωής. Άλλωστε στην περίπτωση των Κυπρίων επί Ιουστινιανού Β΄ και των Μικρασιατών επί Νικηφόρου Α΄, όταν οι αυτοκράτορες που επέβαλαν αυτή τη μετακίνηση πέθαναν, οι μετακινηθέντες δραπέτευσαν και επέστρεψαν στις εστίες τους.

          Μετά από αυτές τις παρατηρήσεις τίθεται το ερώτημα αν στο Βυζάντιο υπήρχαν μετανάστες όπως τους εννοούμε σήμερα. Η πολιτική νομοθεσία και οι εκκλησιαστικοί κανόνες δίνουν την εντύπωση ότι η έννοια του μετανάστη ως προσώπου που οικειοθελώς εγκαταλείπει την εστία του για λόγους οικονομικούς ή πολιτικούς δεν ήταν θεσμικά αναγνωρισμένη. Όμως βαθύτερη έρευνα στον χώρο των ιστορικών πηγών, αλλά και της νομοθεσίας επιτρέπει να διακρίνουμε κάποιες μορφές μετανάστευσης. Π.χ. κατά την περίοδο της εικονομαχίας, κάποιοι εικονόφιλοι, κυρίως μοναχοί, κατέφυγαν στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία που υπάγονταν εκκλησιαστικά στην ορθόδοξη Ρώμη. Τα κείμενα στις σπανιότατες περιπτώσεις που αναφέρονται σε αυτούς τους φυγάδες, τους εξομοιώνουν με τους εξόριστους. Αντίθετα από τους σημερινούς μετανάστες, αυτοί οι φυγάδες δεν είχαν κάποιο ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, γίνονταν ευνοϊκά δεκτοί στη νέα τους πατρίδα και κατά κανόνα εύρισκαν άσυλο στις μοναστικές κοινότητες ή σε άλλες εκκλησιαστικές δομές. Ορισμένοι από αυτούς όπως π.χ. ο μετέπειτα πατριάρχης Μεθόδιος (πατριάρχης από το 843 ως το 847)[2] επέστρεψαν στην αυτοκρατορία όταν οι λόγοι που τους υποχρέωσαν να φύγουν έπαψαν να υπάρχουν.

          Λιγότερο σαφής είναι η περίπτωση φυγάδων από αραβοκρατούμενες περιοχές όταν ορισμένοι χαλίφες, όπως π.χ. ο αλ Μαρούν (813-833), λάμβαναν μέτρα κατά των χριστιανών. Γνωρίζουμε κάποιους διάσημους φυγάδες, όπως π.χ. ο Γεώργιος, ο σύγκελλος του πατριάρχη Ταρασίου. Ασφαλώς δεν ήταν ο μόνος, αλλά δυστυχώς δεν διαθέτουμε πληροφορίες για τους ανώνυμους. Στην ίδια περίπτωση εντάσσονται πρόσωπα που εγκατέλειψαν αραβοκρατούμενες περιοχές, χωρίς να είναι διωκόμενοι, όπως π.χ. οι αδελφοί Θεοφάνης και Θεόδωρος οι Γραπτοί επί Θεοφίλου (829-843). Στους μέσους χρόνους δεν υπήρχε θεσμοθετημένη αστική προσωπικότητα όπως: στοιχεία ταυτότητας, τόπος κατοικίας, υπηκοότητα, εθνικότητα, κλπ. Στο επίπεδο της καθημερινότητας ρόλο έπαιζαν η γλώσσα και η θρησκεία του ατόμου για την ένταξή του ή διαφοροποίησή του από το κοινωνικό σύνολο. Έτσι τα άτομα αυτά δεν είχαν καμία δυσχέρεια κοινωνικής αποδοχής αν μιλούσαν ελληνικά και αν ήταν χριστιανοί. Πάντως οι πηγές που διαθέτουμε δεν αφήνουν να νοηθεί αν τα πρόσωπα αυτά ήταν αριθμητικά πολυάριθμα ούτε αν απετέλεσαν σε κάποια χρονική περίοδο κοινωνικό πρόβλημα. Δεν είναι συνεπώς ιστορικά σωστό να γίνει λόγος για προσφυγικές ή μεταναστευτικές ροές, αλλά περισσότερο για μεμονωμένες μετακινήσεις προσώπων.

          Σημαντικότερες ήταν οι μετακινήσεις προσώπων ή ομάδων προσώπων που εγκατέλειψαν τον τόπο διαμονής τους εξ αιτίας εχθρικών εισβολών ή επιθέσων. Στα τέλη του Στ΄/αρχές Ζ΄ αι. πελοποννησιακοί πληθυσμοί προ των επερχομένων Αβάρων και Σλάβων εγκατέλειψαν τις εστίες τους. Οι κάτοικοι της Πάτρας κατέφυγαν στην Καλαβρία, του Άργους στη νησίδα Ορόβη του Αργολικού κόλπου και της Σπάρτης στον δυσπρόσιτο βράχο της Μονεμβασίας. Οι πηγές δεν δίνουν λεπτομέρειες για την τύχη αυτών των φυγάδων. Μόνο για τους Πατρείς γνωρίζουμε ότι στην Καλαβρία δημιούργησαν ένα είδος κοινότητας με επί κεφαλής τον επίσκοπο και ότι τελικά οι απόγονοί τους, δύο αιώνες αργότερα, επέστρεψαν στην Πάτρα. Αντίθετα οι Σπαρτιάτες φαίνεται ότι προτίμησαν να παραμείνουν στη Μονεμβασία[3]. Η εντύπωση που αποκομίζουμε από τα κείμενα είναι ότι δεν υπήρχε καμία μέριμνα γι’ αυτούς τους φυγάδες. Όφειλαν οι ίδιοι να επιβιώσουν. Κατά τον Θ΄ αι. παρατηρείται μία αντίστροφη ροή: κάτοικοι της Κάτω Ιταλίας αναζητούσαν καταφύγιο στην Πελοπόννησο εξ αιτίας των αραβικών επιδρομών. Στην περίπτωση αυτή οι πληροφορίες προέρχονται από αγιολογικά κείμενα και αφορούν μεμονωμένα άτομα. Π.χ. ο Ηλίας ο Σπηλαιώτης μαζί με τον πνευματικό του γέροντα Αρσένιο κατέφυγαν στην Πάτρα όπου έζησαν επί οκτώ έτη. Τους φιλοξένησε ο μητροπολίτης, ενώ όταν θέλησαν να επιστρέψουν στην Καλαβρία, οι εκκλησιαστικές αρχές της πόλης προσπάθησαν να τους εμποδίσουν διότι τους θεωρούσαν αγίους[4]. Την ίδια εποχή ο επίσης Καλαβρός Ηλίας ο Νέος έζησε αρκετά χρόνια στην Πελοπόννησο φιλοξενούμενος σε μονές, εκκλησιαστικά ιδρύματα ή ευσεβείς πολίτες[5]. Οι περιπτώσεις αυτές ασφαλώς δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματικότητα των τυχόν άλλων ανωνύμων προσφύγων. Αντίθετα ωραιοποιούν την εικόνα του πρόσφυγα επειδή με τον τρόπο αυτό εξυψώνουν τους βιογραφούμενους αγίους. Αν όμως κρίνουμε από τη βιογραφία του Λουκά του Στειριώτη, που οι γονείς του έφυγαν από την Αίγινα εξ αιτίας των αραβικών επιδρομών, διαπιστώνουμε ότι η ζωή τους δεν ήταν καθόλου εύκολη και ότι μετακόμισαν τουλάχιστον δύο φορές προκειμένου να επιζήσουν. Ο ίδιος ο Λουκάς εξ αιτίας της φτώχειας δεν έμαθε ούτε να διαβάζει, γιατί από την παιδική του ηλικία εργαζόταν ως βοσκός[6]. Παρόμοια εμπειρία βίωσαν η αγία Αθανασία Αιγίνης, η Θεοδώρα Θεσσαλονίκης, ο άγιος Ευθύμιος, και πολλοί άλλοι[7].

          Η μόνη γνωστή μετανάστευση για πολιτικούς λόγους ανάγεται στην περίοδο της βασιλείας του Θεόφιλου και σχετίζεται με την αποτυχούσα επανάσταση των Περσών Χουραμιτών ή Κουραμιτών στην περιοχή του Αζερμπαϊτζάν, οι οποίοι υπό κάποιον Μπαμπέκ προσπάθησαν να απαλλαγούν από την αραβική κατοχή. Οι επαναστάτες ηττήθηκαν. Οι περισωθέντες, υπό κάποιον Νασρ, ζήτησαν άσυλο στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Ο ακριβής αριθμός αυτών των προσφύγων είναι άγνωστος, αλλά δεδομένου ότι μόνο οι μάχιμοι άνδρες ήταν 14.000, υποθέτουμε ότι ο συνολικός αριθμός τους πρέπει να ήταν περί τους 50.000. Ο Θεόφιλος ευχαρίστως παραχώρησε άσυλο στους Χουραμίτες, υπολογίζονας στον αξιόμαχο στρατό τους. Οι βυζαντινές πηγές παραδίδουν τα γεγονότα υπό μορφή θρύλου. Οι πρόσφυγες αυτοί ασπάστηκαν τον χριστιανισμό. Ο Νασρ έλαβε το όνομα Θεόφοβος και έπαιξε σημαντικό ρόλο στη βυζαντινή ιστορία. Επειδή ο Θεόφοβος ήταν βασιλικής καταγωγής, ο Θεόφιλος τον νύμφευσε με την αδελφή της αυτοκράτειρας. Τον Θεόφιλο βέβαια ελάχιστα τον απασχολούσε η καταγωγή του Θεόφοβου. Τον ενδιέφερε ο στρατός του και η δυνατότητα να επέμβει στο χαλιφάτο ως προστάτης ενός έκπτωτου[8].

          Οι πηγές συχνά αναφέρονται σε αιχμαλώτους. Συνήθως δεν πρόκειται για στρατιώτες αιχμαλώτους, αν και δεν λείπουν και τέτοιες περιπτώσεις, αλλά για αμάχους που επιδρομείς συνελάμβαναν και μετέφεραν αποχωρώντας από κάποια περιοχή. Έχει συχνά υπογραμμιστεί ότι κατά τους μέσους χρόνους η παραγωγή στηριζόταν αποκλειστικά στα εργατικά χέρια. Παράλληλα, εξ αιτίας της υπογεννητικότητας, της αυξημένης θνησιμότητας, των επιδημιών και των επιδρομών, ο χώρος ήταν ιδιαίτερα αραιοκατοικημένος. Π.χ. για τη βυζαντινή αυτοκρατορία του Θ΄ αι. ο πληθυσμός υπολογίζεται σε περίπου 10 εκατομμύρια, όταν σήμερα στον ίδιο χώρο κατοικούν περισσότερα από 100 εκατομμύρια. Υπήρχε συνεπώς μόνιμη έλλειψη εργατικών χειρών. Πολλοί από τους πολέμους της μεσοβυζαντινής περιόδου δεν αποσκοπούσαν σε εδαφικές κτήσεις, αλλά στη συλλογή λαφύρων και στην αιχμαλωσία των κατοίκων μίας περιοχής και τη μεταφορά τους σε ίδιο έδαφος, ώστε να χρησιμεύσουν ως εργατικά χέρια. Ανάλογη, αλλά περισσότερο βάρβαρη, ήταν η αιχμαλωσία πληθυσμών από πειρατές που πωλούσαν τους αιχμαλώτους ως δούλους. Τα κράτη της εποχής από καιρού εις καιρόν προέβαιναν σε ανταλλαγή αιχμαλώτων ή σε εξαγορά, σαφής ένδειξη της οικονομικής αξίας του ανθρώπινου δυναμικού. Δεν είναι μάλιστα χωρίς σημασία το γεγονός ότι ενίοτε οι κάτοχοι αιχμαλώτων αρνούνταν να τους παραδώσουν έστω και αν λάμβαναν ανταλλάγματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των αιχμαλώτων τους οποίους οι Βούλγαροι είχαν εγκαταστήσει στις εκβολές του Δούναβη και αρνούνταν κάθε διαπραγμάτευση για απελευθέρωσή τους. Τελικά οι Βυζαντινοί οργάνωσαν ολόκληρη εκστρατεία για να τους ελευθερώσουν. Από αυτούς, κατά μία εκδοχή, καταγόταν ο μετέπειτα αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄. Για το καθεστώς αυτών των ανθρώπων διαθέτουμε ενίοτε κάποιες πληροφορίες, κυρίως για τους βυζαντινούς αιχμαλώτους. Πληρέστερη είναι η περιγραφή, από τον Ιωάννη Καμινιάτη, της άλωσης της Θεσσαλονίκης το 904 από τους Άραβες πειρατές του εμιράτου της Κρήτης και την αιχμαλωσία περίπου 20 χιλιάδων ατόμων. Ο Ιωάννης, που επίσης αιχμαλωτίστηκε, περιγράφει τις άθλιες συνθήκες κράτησης και μεταφοράς των αιχμαλώτων, την διαλογή τους και τον διαμοιρασμό τους μεταξύ των επιδρομέων. Από τα αγιολογικά κείμενα γνωρίζουμε ότι οι επίσημοι αιχμάλωτοι κρατούνταν σε φυλακές επειδή οι ευκατάστατοι συγγενείς τους ή η βυζαντινή διοίκηση τους εξαγόραζαν. Για τους υπόλοιπους η κατάσταση διέφερε από περίπτωση σε περίπτωση. Π.χ. ο άγιος Βλάσιος, αιχμάλωτος των Σλάβων, εργάστηκε ως αγροτικός εργάτης και μετά από ορισμένο χρόνο απελευθερώθηκε[9]. Ο Ηλίας ο Νέος, μετά από ορισμένα έτη υπηρεσίας ως οικιακός δούλος στην Αφρική, ελευθερώθηκε[10]. Οι Άραβες πάντως προσπαθούσαν να εξισλαμίσουν τους πλέον αξιόλογους αιχμαλώτους έναντι της απελευθέρωσής τους, όπως αναφέρει ο Βίος του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου[11]. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Βησήρ που παιδί ακόμα αιχμαλωτίστηκε από τους Άραβες της Συρίας και έτυχε της ίδιας μόρφωσης με τους συνομηλίκους του Άραβες. Ενήλικος ελευθερώθηκε και επέστρεψε επί Λέοντος Γ΄ στην αυτοκρατορία[12]. Το καθεστώς των αιχμαλώτων στη βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είναι σαφές. Για τους στρατιώτες γνωρίζουμε ότι δεν μπορούσαν να υπαχθούν στο καθεστώς της δουλείας και αν νυμφεύονταν χριστιανές εξομοιώνονταν νομικά με τους πολίτες. Για τους λοιπούς οι πληροφορίες είναι ανύπαρκτες. Προφανώς δεν πιέζονταν να αλλάξουν θρησκευτικό προσανατολισμό. Παραδειγματική είναι η περίπτωση των μονοφυσιτών αιχμαλώτων που εγκαταστάθηκαν στη Θράκη από τους οποίους γεννήθηκε το αιρετικό κίνημα των Βογομίλων που κάποια στιγμή απείλησε την ίδια την ύπαρξη της αυτοκρατορίας.

          Όλες οι ως τώρα αναφερθείσες περιπτώσεις δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ενδεικτικές της ύπαρξης μεταναστών στη μεσοβυζαντινή αυτοκρατορία. Εκτός από την περίπτωση των Χουραμιτών, πρόκειται περισσότερο για βίαιες ή υποχρεωτικές μετακινήσεις λαών ή προσώπων. Υπάρχει όμως μία εισέτι κατηγορία ατόμων για τα οποία κάνουν λόγο οι πηγές: οι ξένοι, χωρίς να είναι πάντοτε εφικτό να διαπιστωθεί τί ακριβώς υποδηλοί κάθε φορά αυτός ο γενικής σημασίας όρος και αν υπονοεί μία συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων.

          Κατ’ αρχήν να λεχθεί ότι η έννοια του ξένου ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα. Αφορούσε άτομα που ευκαιριακά ή μόνιμα βρίσκονταν σε μία πόλη-κράτος χωρίς να είναι αυτόχθονες πολίτες. Μάλιστα όταν οι ξένοι ήταν πολυάριθμοι, οι πόλεις προέλευσής τους ονόμαζαν έναν “πρόξενο” που ήταν υπεύθυνος γι’ αυτούς. Ο ξένος ήταν πρόσωπο ιερό υπό την προστασία του ύπατου των θεών, του Ξένιου Δία. Όποια κι αν ήταν η προέλευση του ξένου ή οι λόγοι του εκπατρισμού του, εκλαμβανόταν πάντοτε ως πρόσωπο που έχριζε προστασίας και βοηθείας. Υπ’ αυτή την έννοια η έναντι των ξένων συμπεριφορά σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη κατά τη μέλλουσα κρίση θα βαρύνει υπέρ της μακαριότητας ή της τιμωρίας των κρινομένων (Ματθ. ΚΕ,31-46). Πάντως στην Καινή Διαθήκη αρχίζει να υποφώσκει η εξομοίωση του ξένου με τον αλλοεθνή, τουλάχιστον στους λαούς που είχαν ταυτιστεί φυλετικά με το έθνος, όπως π.χ. οι Εβραίοι. Με την έννοια αυτή αναφέρονται οι ξένοι στην απόφαση του εβραϊκού Συνεδρίου να διαθέσει τα 30 αργύρια που ο Ιούδας έρριψε στον ναό για την αγορά του αγρού του Κεραμέως “προς ταφήν τοις ξένοις” (Ματθ. ΚΖ,2-10).

          Όμως η βυζαντινή κοινωνία δεν είχε και ούτε απέκτησε ποτέ εθνοφυλετικό χαρακτήρα, τόσο πολιτισμικά όσο και φυλετικά. Παρέμεινε ως το τέλος πολυεθνική, πολύγλωσση και πολυπολιτισμική. Η συνεκτική της ουσία ήταν η ορθοδοξία και η αποδοχή της αυτοκρατορικής αρχής από την οποία απέρρεαν οι αστικές σχέσεις των πολιτών με την εξουσία. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις δεν είναι σαφές ποιους και γιατί οι βυζαντινοί θεωρούσαν ξένους. Η ανάλυση των πηγών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπό τον όρο “ξένοι” υπονοούνται διάφορες και μεταξύ τους διαφορετικές πραγματικότητες.

          Η πρώτη μαρτυρούμενη σημασία του ξένου είναι αυτή που επιζεί ως σήμερα στην Ελλάδα, δηλ. όχι μόνο του αλλοεθνούς, αλλά και του άγνωστου, του καταγόμενου από άλλη περιοχή ομοεθνούς. Σε αυτό το πνεύμα ο Ιωάννης Ζωναράς, σχολιάζοντας τον 7ο κανόνα της συνόδου της Αντιοχείας για τον τρόπο που πρέπει να γίνονται δεκτοί οι “ξένοι κληρικοί”, σημειώνει ότι “ξένοι” στην περίπτωση αυτή δεν είναι “οι εξ άλλης χώρας επιδημούντες”, αλλά όσοι προέρχονται από άλλη επισκοπή[13]. Για αυτούς τους “εντόπιους ξένους” στις βυζαντινές πόλεις υπήρχαν κρατικοί ή εκκλησιαστικοί ξενώνες και ξενοδοχεία κατά μήκος των μεγάλων οδικών αρτηριών[14]. Αυτοί οι ξένοι δεν είχαν σχέση με πρόσφυγες ή μετανάστες[15].

          Η περίπτωση του ξένου με την σημασία του άγνωστου ομοεθνούς δεν είναι πάντως η πλέον τρέχουσα στις πηγές. Συνηθέστερη είναι αυτή των “εξ άλλης χώρας επιδημούντων”, για να υιοθετήσουμε την φρασεολογία του Ζωναρά. Ως τοιούτους οι βυζαντινοί συγγραφείς καταγράφουν:

α) Το διπλωματικό προσωπικό που μετείχε σε πρεσβείες ξένων χωρών που για κάποιο χρονικό διάστημα βρέθηκαν στη βυζαντινή πρωτεύουσα καθώς και το προσωπικό των μόνιμων διπλωματικών εκπροσώπων, όπως π.χ. οι αποκρισιάριοι. Αυτοί οι ξένοι προέρχονταν από τα ανώτερα στρώματα των χωρών τους και απολάμβαναν διπλωματικής ασυλίας. Έστω κι αν σε ορισμένες περιπτώσεις γίνονταν θύματα πιέσεων δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως μετανάστες.

β) Οι όψιδες, δηλ. πρόσωπα συνήθως βασιλικής καταγωγής που παραδίδονταν στους βυζαντινούς μονάρχες ως εγγύηση για την τήρηση των όρων συνθηκών. Κατά κανόνα ζούσαν υπό περιορισμό στα ανάκτορα, απολάμβαναν τιμών και περιποιήσεων και δεν είχαν σχέση με τους μετανάστες ή τους πρόσφυγες.

γ) Εμπορευόμενοι που έφθαναν στην αυτοκρατορία ή μέλη εμπορικών αντιπροσωπειών που μόνιμα ή για μακρό χρονικό διάστημα παρέμεναν στην αυτοκρατορία. Πρόκειται για ενδιαφέρουσα, αλλά σχετικά άγνωστη ομάδα ξένων. Περισσότερο γνωστοί είναι οι Βαράγγοι ή Βαρέγγοι εμπορευόμενοι, σκανδιναβικής προέλευσης, τη διαδρομή των οποίων γνωρίζουμε χάρη στον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, αλλά και στα αρχαιολογικά ευρήματα κατά μήκος της αποκαλούμενης “οδού των Βαράγγων”[16]. Επίσης αναφέρονται Βούλγαροι εμπορευόμενοι στη Θεσσαλονίκη, αραβικοί εμπορικοί σταθμοί στην Ελλάδα, ενώ αργότερα θα προστεθούν οι έμποροι από τη Βενετία, τη Γένοβα και τις άλλες ιταλικές πόλεις. Έμποροι και εμπορικές αντιπροσωπείες προστατεύονταν από διμερείς συνθήκες και ουσιαστικά εξομοιώνονταν με τους διπλωμάτες. Από ήσσονος σημασίας πηγές όμως γνωρίζουμε ότι ορισμένοι, επωφελούμενοι από αυτό το καθεστώς, συνήπταν γάμους με Βυζαντινές και παρέμεναν μόνιμα στην Κωνσταντινούπολη δημιουργώντας μάλιστα θύλακες ομοεθνών τους, όπως συνέβη με τους Βαράγγους, σε σημείο που η δημοτική αρχή χρειάστηκε να λάβει κάποια μέτρα. Είναι η πρώτη φορά που αναφέρονται κατασταλτικά μέτρα εναντίον ξένων. Αργότερα, στην υστεροβυζαντινή περίοδο, οι ξένοι εμπορευόμενοι όφειλαν να εγκατασταθούν στον Γαλατά, δηλ. εκτός των τειχών της πρωτεύουσας.  

δ) Υπολείμματα επιδρομέων που ηττήθηκαν από το βυζαντινό στρατό και διασκορπίστηκαν στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Οι επίσημες πηγές δεν κάνουν λόγο για αυτή την ομάδα, αλλά διαθέτουμε κάποιες πληροφορίες από τα αγιολογικά κείμενα που κάνουν λόγο για ξένους ληστές που περιπλανιόνταν στις βυζαντινές επαρχίες. Ατυχώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα περί αυτών.

ε) Τα “ψυχάρια”, δηλ. οι εισαγόμενοι δούλοι. Κατά τη βυζαντινή νομοθεσία οι ελεύθεροι πολίτες δεν ήταν δυνατόν να περιέλθουν σε καθεστώς δουλείας, ενώ απαγορευόταν επίσης να καταστούν δούλοι οι αιχμάλωτοι πολέμου[17]. Η δουλεία δεν καταργήθηκε ποτέ στο Βυζάντιο και αποτελούσε τον κλασσικότερο τρόπο επίδειξης πλούτου, δεδομένης της ιδιαίτερα υψηλής τιμής των δούλων. Ο μόνος τρόπος για ανεφοδιασμό της βυζαντινής κοινωνίας σε δούλους ήταν η γέννηση σε καθεστώς δουλείας ή η εισαγωγή δούλων. Οι δούλοι όμως απέφευγαν να τεκνοποιούν για να μη κληροδοτήσουν το δικό τους καθεστώς στα παιδιά τους. Έτσι η εισαγωγή αποτελούσε την πηγή δούλων στο Βυζάντιο. Οι περισσότεροι εισάγονταν από Βαράγγους και προέρχονταν από τη βορειοανατολική Ευρώπη. Για τους ξένους αυτούς οι πηγές αποφεύγουν να κάνουν λόγο, ως αν η δουλεία να βάραινε στη χριστιανική συνείδηση των Βυζαντινών, λόγος για τον οποίον η απελευθέρωση δούλων αποτελούσε κατά τα αγιολογικά κείμενα την ύψιστη αρετή των αγίων. Και αυτή η ομάδα δεν έχει σχέση με πρόσφυγες ή μετανάστες.

στ) Οι πολυπληθέστεροι ξένοι που ζούσαν στο εσωτερικό της βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν οι μισθοφόροι που αποτελούσαν το κύριο σώμα του βυζαντινού στρατού και την ολότητα της αυτοκρατορικής φρουράς. Η προέλευση των μισθοφόρων δεν είναι πάντοτε γνωστή, αλλά αναφέρονται Δάκες, Ρώσοι, Βαράγγοι, Τούρκοι, Άγγλοι, Ίβηρες, Γαλάτες, Άραβες, Πέρσες, Αλλανοί, Σλάβοι, Δαλματοί, Αρμένιοι, Γερμανοί, Γότθοι, Αφρικανοί νέγροι, Αβασγοί, Σκανδιναβοί, κλπ. Οι στρατιώτες στο Βυζάντιο ήταν καλά αμειβόμενοι.[18]. Όσο το αυτοκρατορικό ταμείο ήταν σε θέση να καλύψει το κόστος, η προσφορά ήταν άφθονη. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν οι Ρώσοι επετέθησαν ανεπιτυχώς στην Κωνσταντινούπολη, στη συνθήκη που ακολούθησε, ζήτησαν σαν χάρη από τον αυτοκράτορα να δέχεται έναν αριθμό Ρώσων μισθοφόρων. Υπήρχαν βέβαια και βυζαντινοί επαγγελματίες στρατιώτες, κατά κανόνα προερχόμενοι από τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις τους οποίους ενεθάρρυνε η ιδέα των αποδοχών, αλλά και της κοινωνικής ανόδου. Όμως γενικά οι βυζαντινοί δεν είχαν ιδιαίτερη αγάπη στο στρατιωτικό επάγγελμα. Η απόπειρα δημιουργίας ενός βυζαντινού επαγγελματικού στρατού στις επαρχίες, του αποκαλούμενου θεματικού, που ο στρατιώτης προσέφερε στρατιωτική υπηρεσία έναντι ενός τιμαρίου, γνώρισε κάποια επιτυχία για τρεις περίπου αιώνες (8ος-10ος αι.), αλλά η κύρια βυζαντινή στρατιωτική δύναμη παρέμεινε μισθοφορική.

          Οι μισθοφόροι στον βυζαντινό στρατό μπορούν να χαρακτηριστούν ως οικονομικοί μετανάστες, αλλά μετανάστες πολυτελείας. Σήμερα θα τους ονομάζαμε “ειδικευμένους εργάτες”. Ασφαλώς ήταν επικίνδυνη απασχόληση, αλλά ταυτόχρονα ήταν καλά αμειβόμενοι. Οι πηγές είναι ιδιαίτερα σιωπηλές σχετικά με αυτούς τους μετανάστες σε σημείο που οι γνώσεις μας γι’ αυτούς είναι σχεδόν μηδενικές. Δεν γνωρίζουμε αν οι αμοιβές τους ήταν οι ίδιες με αυτές των βυζαντινών στρατιωτών και αν εφαρμόζονταν και για αυτούς οι ίδιοι κανόνες πειθαρχίας όπως την περιγράφουν τα βυζαντινά στρατιωτικά εγχειρίδια. Πώς αντιλαμβάνονταν τις διαταγές στην άγνωστη ελληνική γλώσσα. Αν συγκροτούσαν ιδιαίτερα εθνικά σώματα ή αν συνυπηρετούσαν με βυζαντινούς ή άλλης εθνικότητας στρατιώτες, κλπ. Το μόνο γνωστό είναι ότι υπήρχαν δύο τύποι ξένων μισθοφόρων: αυτοί που στρατεύονταν για σύντομο διάστημα, όταν υπήρχε άμεση ανάγκη και αποστρατεύονταν, όταν αυτή η ανάγκη έπαυε να υπάρχει, και αυτοί που στρατεύονταν πιο μακροπρόθεσμα στα σώματα της αυτοκρατορικής φρουράς.

          Από τις ως τώρα παρατηρήσεις είναι σαφές ότι στη μεσοβυζαντινή αυτοκρατορία υπήρχαν άτομα που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ξένοι, πρόσφυγες ή μετανάστες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν αναγνωρίζονταν θεσμικά, διότι δεν υπήρχε όρος που νομικά ή διοικητικά να τους διέκρινε από όσους σήμερα αποκαλούμε “πολίτες” ενός κράτους.

          Η έννοια του “πολίτη” ανάγεται στην ελληνική αρχαιότητα και παραπέμπει στην έννοια της “πόλης”. Υιοθετήθηκε μάλιστα και από λατινογενείς γλώσσες (cité, citoyencity, citizen) παρά την προοδευτική επικράτηση της έννοιας του “έθνους” και της “εθνικότητας” (nation, nationalité, nationality) που έχει φυλετική καταγωγή. Ίσως μόνο η ελληνική γλώσσα διατήρησε και την τοπική διάσταση με τον όρο “ιθαγένεια”. Τί συνέβαινε όμως στη μεσοβυζαντινή αυτοκρατορία; Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα είναι αναγκαία μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν.

          Όπως ήδη έγινε λόγος, η βυζαντινή αυτοκρατορία αποτελεί θεσμική συνέχεια της ρωμαϊκής. Ιστορικά “Ρωμαίοι” ήταν οι κάτοικοι της Ρώμης, δηλ. ο όρος “ρωμαϊκός” παραπέμπει, όπως και στην αρχαία Ελλάδα, στην πόλη-κράτος. Η Ρώμη κατέκτησε προοδευτικά όλη τη Δυτική Ευρώπη, τα Βαλκάνια και την Εγγύς Ανατολή, χωρίς όμως να αναγνωρίσει στους κατακτημένους την ιδιότητα του “Ρωμαίου”. Ως την εποχή του Διοκλητιανού υπήρχε θεσμική και νομική διάκριση του “Ρωμαίου”, δηλ. του υπαγόμενου στους νόμους της Ρώμης και των κατακτημένων που ήταν μεν “υπήκοοι”, αλλά όχι πολίτες. Για αυτούς ο ρωμαϊκός νόμος εφαρμοζόταν στις σχέσεις τους με την εξουσία, αλλά για τις εθιμικές και κοινωνικές σχέσεις εφαρμόζονταν οι τοπικοί νόμοι, τους οποίους η Ρώμη αναγνώριζε. Για λόγους που δεν είναι του παρόντος ο Διοκλητιανός (284-305) κατήργησε αυτή τη διάκριση και κατέστησε “ρωμαίους” όλους τους υπηκόους της Ρώμης, καταργώντας τη νομική διαφορετικότητα, αλλά διατηρώντας τη διάκριση μεταξύ ελευθέρων, δηλ. ατόμων με νομική προσωπικότητα, και δούλων που δεν είχαν νομική προσωπικότητα και ήταν “αντικείμενα” (res). Από τον Διοκλητιανό και μετά όλοι όσοι ζούσαν στην αυτοκρατορία και δεν ήταν δούλοι, ήταν “ρωμαίοι” και ίσοι έναντι του νόμου. Το Βυζάντιο διατήρησε το ίδιο καθεστώς. Καθίσταται συνεπώς κατανοητό γιατί ως το τέλος ο βυζαντινός αυτοκράτορας παρέμεινε “βασιλεύς Ρωμαίων” και οι υπήκοοί του “ρωμαίοι”. Τελικά η λέξη “ρωμαίος” έχασε το σημασιολογικό της περιεχόμενο και εξέπεσε στη σημασία του “πολίτη”. Υπό την έννοια αυτή οι ελληνικής εθνικότητας πολίτες έγιναν “ρωμιοί” και ο “ελληνισμός” εξομοιώθηκε με τη “ρωμιοσύνη”. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό πως οι Σελτζούκοι Τούρκοι όταν εγκαταστάθηκαν στην κεντρική Μικρά Ασία μετά τη νίκη τους στην Μαντζικέρτ το 1091, ίδρυσαν το Σουλτανάτο των “Ρουμ”, δηλ. των Ρωμαίων. Συμπερασματικά στο Βυζάντιο η φυλετική καταγωγή ενός ατόμου δεν το διαχώριζε νομικά από τους λοιπούς. Συνεπώς από θεσμικής πλευράς στην αυτοκρατορία ζούσαν ελεύθεροι ή δούλοι. Ξένοι ήταν όσοι ευκαιριακά και υπό ειδικό διεθνές καθεστώς βρίσκονταν εντός των ορίων της αυτοκρατορίας. Νομικά συνεπώς δεν υπήρχαν πρόσφυγες και μετανάστες.

          Αν από νομικής πλευράς η έννοια του πολίτη είναι σαφής, η κοινωνική διάσταση παραμένει ασαφής. Στον κοινωνικό χώρο ρόλο έπαιζαν επίσης η θρησκεία και η καταγωγή.

          Κατά τη ρωμαϊκή προχριστιανική περίοδο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ρωμαϊκότητας. Όμως όλες οι θρησκείες ήταν ανεκτές για τους μη ρωμαίους πολίτες. Οι τελευταίοι είχαν το δικαίωμα να μην ασπάζονται την παραδοσιακή ρωμαϊκή πολυθεα και να ανήκουν σε άλλες θρησκείες υπό δύο όρους: α) να αποδέχονται τον θεοποιημένο αυτοκράτορα και β) να ζητήσουν από τη σύγκλητο το δικαίωμα συμμετοχής σε λατρευτικές πράξεις της θρησκείας τους. Δηλ. η θρησκεία ήταν επίσης υπόθεση κρατική. Υπ’ αυτή την έννοια γίνεται κατανοητό γιατί ο Κωνσταντίνος Α΄ ο Μέγας (306-337) χρειάστηκε να εκδώσει νόμο (γνωστό ως διάταγμα των Μεδιολάνων) με τον οποίο κήρυσσε ανεξιθρησκεία. Είναι επίσης με νομοθετικά διατάγματα που ο Θεοδόσιος Α΄ (379-395) επέβαλε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Άλλωστε οι εμπλοκές των βυζαντινών αυτοκρατόρων στα εκκλησιαστικά θέματα, ακόμα και δογματικού χαρακτήρα, αποτελούσαν μέρος της κρατικής πολιτικής ως την άλωση. Ο βυζαντινός αυτοκράτορας θεωρητικά δεν ήταν θεοποιημένος, αλλά παρέμενε ο Pontifexmaximus, ο εκ θεού ή ο ελέω θεού βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων. Όποιος ήταν Ρωμαίος, ήταν ταυτόχρονα χριστιανός και στη συνέχεια χριστιανός ορθόδοξος. Όπως και στη Ρώμη, ένας πολίτης, με αυτοκρατορική απόφαση, μπορούσε να ανήκει σε κάποια θρησκευτική μειονότητα, χάνοντας ένα μέρος των αστικών δικαιωμάτων, όπως συνέβαινε με τους Εβραίους ή τους Μουσουλμάνους. Στο χώρο που ενδιαφέρει την παρούσα μελέτη αυτό σημαίνει ότι η μη αποδοχή της επίσημης θρησκείας δεν ήταν στοιχείο που χαρακτήριζε τους πρόσφυγες ή μετανάστες, αλλά τις θρησκευτικές μειονότητες.

          Απομένει μία τελευταία πτυχή του θέματος: τελικά τα άτομα που δεν ήταν ούτε χριστιανοί ούτε ρωμαίοι και που για οποιονδήποτε λόγο εισέρχονταν και παρέμεναν στο αυτοκρατορικό έδαφος εντάσσονταν στη βυζαντινή κοινωνία ή απορρίπτονταν; Το γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός βυζαντινών αξιωματούχων έφεραν ονόματα μη ελληνικής ή λατινικής ετυμολογίας ή έφεραν εθνικούς προσδιορισμούς του τύπου “ο Σλάβος” , “ο Τούρκος”, “ο Άραψ”, κλπ, αποδεικνύει ότι η καταγωγή δεν έπαιζε ρόλο στην κοινωνική ένταξη και την κοινωνική άνοδο. Η αφομοίωση ολόκληρων εθνικών ομάδων όπως οι Σλάβοι στην Ελλάδα, οι Άραβες του εμιράτου της Κρήτης, οι Δρούζοι Μαρδατες του Λιβάνου στην Πελοπόννησο κλπ, αποδεικνύει ότι και στο επίπεδο του απλού λαού η ένταξη των ξένων ήταν δυνατή. Η απουσία φυλετικών διακρίσεων διευκόλυνε αυτή την αφομοίωση.

          Τίθεται το ερώτημα, με το οποίο κλείεται αυτή η έρευνα: η καταγωγή δεν είχε καμία επίπτωση στη μεσοβυζαντινή κοινωνία; Όταν άτομα όπως, για να αρκεστώ στους αυτοκράτορες, ο Λέων Γ΄ (717-741), προσφυγικής καταγωγής από τη Συρία, από περιπλανώμενος μικροπωλητής έγινε αυτοκράτορας, όταν ο Βασίλειος Α΄ (867-886), τέκνο αιχμαλώτου των Βουλγάρων που δραπέτευσε, έγινε αυτοκράτορας δείχνουν ότι η ταπεινή καταγωγή δεν εμπόδιζε ικανά άτομα να ανέλθουν. Όμως από τον Ι΄ αιώνα παρατηρούνται κάποιες αντιδράσεις από τη βυζαντινή αριστοκρατία. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος κατηγορεί τη νέα πελοποννησιακή αριστοκρατία για την σλαβογενή καταγωγή της. Το φαινόμενο αυτό είναι επίτοκο του αποκαλούμενου πρώτου βυζαντινού ανθρωπισμού και της στροφής της πλούσιας Κωνσταντινοπολίτικης αριστοκρατίας προς την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα, από την οποία θεωρούσε ότι προέρχεται. Η τάση αυτή θα οδηγήσει γλωσσικά στον αττικισμό του ΙΑ΄ και ΙΒ΄ αι. και πολιτικά σε μία μορφή φεουδαρχίας. Στο θεσμικό τομέα εκπλήσσει το γεγονός ότι διανοούμενοι, όπως ο Ιωάννης Γεωμέτρης[19], αποκαλούν τον αυτοκράτορα βασιλέα των Αυσόνων, παραπέμποντας στους μυθικούς Αύσονες που προηγήθηκαν των Ρωμαίων. Ταυτόχρονα υποφώσκει στο Βυζάντιο η γέννηση ενός φυλετικού εθνισμού, όπως αφήνει να νοηθεί ο Βίος του αγίου Φαντίνου[20]. Αυτό όμως ελάχιστα θα επηρεάσει τη νοοτροπία των βυζαντινών έναντι των ξένων.

          Στο ερώτημα αν τελικά στην μεσοβυζαντινή περίοδο υπήρχαν μετανάστες με τη σημερινή σημασία των λέξεων, η απάντηση είναι αρνητική: δεν υπήρχαν. Όχι πως δεν υπήρχαν απελπισμένοι άνθρωποι. Αλλά οι συνθήκες ήταν άλλες. Ο γεωγραφικός ορίζοντας των ανθρώπων της πρώτης μετά Χριστόν χιλιετίας ήταν περιορισμένος. Για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων ο ορίζοντας αυτός σπάνια ξεπερνούσε το χωριό ή το πόλισμα όπου ζούσαν. Ακόμα και αν ήθελαν να φύγουν, δεν ήξεραν που να πάνε, ούτε αν υπήρχε κάποιος άλλος τόπος όπου θα ζούσαν καλύτερα. Είναι ο κύριος λόγος που δε μετανάστευαν. Η μόνη ελπίδα τους ήταν η μετανάστευση στον ουρανό.

          Στο άλλο ερώτημα, αν υπήρχαν πρόσφυγες, η απάντηση είναι λιγότερο σαφής. Το βέβαιο είναι πως υπήρχαν φυγάδες που εγκατέλειπαν τον τόπο τους όταν υπήρχαν επιδρομές. Και δυστυχώς οι επιδρομές στα βυζαντινά εδάφη ήταν συχνές. Αυτοί οι άνθρωποι όμως δεν αναζητούσαν νέες πατρίδες ούτε χρειάζονταν άσυλο, ενώ σχεδόν ποτέ δεν υπήρχε κρατική πρόνοια γι’ αυτούς. Επιβίωναν όπως μπορούσαν, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφαν στον τόπο τους. Όμως τελικά πολλοί εγκαταστάθηκαν σε νέες πατρίδες, όπου τουλάχιστον για μία γενεά παρέμεναν “οι ξένοι”, χωρίς θεσμικά να διαφέρουν από τους εντοπίους. Οι φυγάδες θυμίζουν έντονα τους χριστιανούς της Μικράς Ασίας που εγκατέλειψαν βίαια και άθελα τους τις πατρογονικές εστίες. Οι λοιποί ξένοι, οι “εξ άλλης χώρας επιδημούντες” ήταν εύκολο να ενσωματωθούν στην πολυεθνική βυζαντινή κοινωνία χωρίς καμία νομική διαδικασία. Αυτοί όμως δεν ήταν ούτε μετανάστες, ούτε πρόσφυγες.

 


[1]. Τις μεταφορές των πληθυσμών μνημονεύει η Χρονογραφία Θεοφάνους, έκδ.K. DEBOOR, ειςTheophanis,Chronographia, I, Λειψία, 1883, ήτοι: επί Ιουστινιανού Β΄ σελ. 363,15-16 και σελ. 364,4-5: μεταφορά των Μαρδαϊτών του Λιβάνου, σελ. 365,9-13: μεταφορά των Κυπρίων, σελ. 364, 13-15 και σελ. 365,30-σελ. 366,3: μεταφορά Σλάβων στη Μικρά Ασία, σελ. 391,5-8: μεταφορά χριστιανών της Συρίας στη Θράκη· επί Κωνσταντίνου Ε΄ σελ. 429-19-25: μεταφορά χριστιανών Σύρων στη Θράκη και κατοίκων της Νότιας Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη· επί Ειρήνης και Κωνσταντίνου Στ΄ σελ. 456,26-σελ. 457,2: μεταφορά Σλάβων από την Πελοπόννησο στη Θράκη και τη Μικρά Ασία· επί Νικηφόρου Α΄ σελ. 486,11-22: μεταφορά πληθυσμών για επανοίκηση έρημων περιοχών. Μετοθέμαέχειασχοληθείσυστηματικάο P. CHARANIS, The Tranfer of Population as a Policy in the Byzantine Empire, εις Comparative Studies in Society and History, III,2 (1961), σελ. 140-154.

[2]. Ο Μεθόδιος, καταγόμενος από τις Συρακούσες πήγε στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια έγινε μοναχός στη Βιθυνία. Το 815, όταν ο αυτοκράτορας Λέων Ε΄(813-820) επανέφερε την εικονομαχία, έφυγε στη Ρώμη. Επανήλθε το 820 στην Κωνσταντινούπολη μετά από τον θάνατο του Λέοντος. Ο Βίος του πατριάρχη Μεθοδίου έχει δημοσιευτεί στην PatrologiaGraeca, τόμος 100, στήλες 1243-1262.

[3]. Το θέμα των αβαροσλαβικών επιδρομών στη νότια Βαλκανική και των επιπτώσεών τους στους αυτόχθονες πληθυσμούς έχει προκαλέσει ατέρμονες συζητήσεις. Έχω συγκεντρώσει όλη τη σχετική βιβλιογραφία και τις διάφορες απόψεις κυρίως σε δύο μελέτες, α) P. YANNOPOULOS, LapénétrationslaveenArgolideειςEtudesArgiennes (= EcoleFrançaisedAthènes : BulletindeCorrespondanceHellénique, SupplémentVI), Παρίσι, 1980, σελ. 323-371, και β) Η πρώτη σλαβική εισβολή στην Αργολίδα. Επανεκτιμήσεις, εις Πελοποννησιακά Γράμματα, 1 (2016), σελ. 74-101. Οι δύο μελέτες επανεκδόθηκαν (η πρώτη μεταφρασμένη στα ελληνικά) στον τόμο Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινοί και Σλάβοι στην Ελλάδα κατά την ύστερη Πρωτοβυζαντινή και την πρώιμη Μεσοβυζαντινή περίοδο, Αθήνα, 2016, αντίστοιχα στις σελ. 37-110 και 125-159.

[4]. Ο ανώνυμος Βίος του Ηλία του Σπηλαιώτη έχει δημοσιευτεί, με αρκετά λάθη, στα ActaSactorum, Σεπτέμβριος 3

[5]. ΤονΒίοτουΗλίατουΝέουεξέδωσεο G. ROSSI TAIBBI, Vita di Sant’Elia il Giovane (Istituto Siciliano di Studi Bizantini e neohellenici: Testi e Monumenti: Testi 7 = Vitae dei Santi Siciliani III), Παλερμο, 1962.

[6]. Ο Λουκάς γεννήθηκε το 896 στο Καστόριο, τους σημερινούς Δελφούς, και πέθανε το 953 στη μονή που ίδρυσε στη Φθιώτιδα. Η βιογραφία του έχει εκδοθεί κατ΄επανάληψη. Η νεώτερη και πλέον έγκυρη έκδοση είναι του Δ. ΣΟΦΙΑΝΟΥ, Ο Βίος του οσίου Λουκά του Στειριώτου, Αθήνα 1989, 2η έκδ. 2002.

[7]. Όλες αυτές τις περιπτώσεις τις εξετάζω στη μελέτη μου P. YANNOPOULOS, ByzantinsetArabesdansl’espacegrecauxIXeetXesièclesselonlessourceshagiographiqueslocalesetcontemporaines, εις EastandWest, GorgiasEasternChristianStudies, 15 (2009), 91-105, που αναδημοσιεύτηκε σε νεοελληνική μετάφραση στο Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινοί και Άραβες κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο, Αθήνα, 2016, σελ. 215-237. Εκεί υπάρχει και όλη η σχετική βιβλιογραφία.

[8]. Η εκδοχή αυτή φαίνεται η πλησιέστερη προς την ιστορική πραγματικότητα, διότι υπάρχουν και άλλες διηγήσεις σχετικά με τον Θεόφοβο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αργότερα οι Χουραμίτες αποπειράθηκαν να ανακηρύξουν τον Θεόφοβο αυτοκράτορα. Ο Θεόφιλος, για να αποφύγει παρόμοιες απόπειρες, τους διεσκόρπισε σε διάφορες στρατιωτικές μονάδες. Από τις πηγές που περιγράφουν τα γεγονότα, πληρέστερη είναι αυτή των Συνεχιστών του Θεοφάνη, έκδ.I. BEKKER, στο CorpusScripotrumHistoriaeByzantinae, Βόννη, 1838, σελ. 109,21-112,21 και σελ.124,14-125,15.

[9]. Την ανώνυμη βιογραφία του αγίου Βλασίου του εξ Αμορίου, βλ. στα ActaSanctorum, Νοέμβριος 5, σελ. 657-669.

[10]. Όπως σημειώνει η ElisabethMALAMOUT, Surlaroutedessaintsbyzantins, Παρίσι, 1993, σελ. 256-258, η ζωή του Ηλία του Νέου ήταν μία μόνιμη περιπλάνηση.

[11]. Τον Βίο του Ιωσήφ του Υμνογράφου έγραψε ο Ιωάννης ο Διάκονος. Βλ. Το κείμενο στην PatrologiaGraeca, τόμ. 105, στήλ. 939-976.

[12]. Θεοφάνους, Χρονογραφία, σελ. 402,10-16, 405,3-4 και 414,26-28. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. P. YANNOPOULOS, Estudiosdepersonalidadesbizantinas: elpatricioVisir, DomésticodelasEscuelas (findelsigloVII-742), εις ByzantionNeaHellas, σελ. 181-192.

[13]. Βλ. Γ. Α. ΡΑΛΛΗ και Μ. ΠΟΛΗ, Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων, Αθήνα, 1852-1859, τ. 3, σελ. 139.

[14]. Ξενώνες διέθεταν σχεδόν όλες οι μονές. Επειδή όμως σε ορισμένες περιπτώσεις οι μονές, υπό το πρόσχημα οικοδόμησης ξενώνων, προσπαθούσαν να επεκτείνουν την έγγεια ιδιοκτησία τους, ο Νικηφόρος Β΄ απαγόρευσε την οικοδόμηση νέων ξενώνων και επέβαλε τη συντήρηση των υπαρχόντων (Βλ. ΡΑΛΛΗ και ΠΟΛΗ, Σύνταγμα, τ. 5, σελ. 261), απαγόρευση που ανανέωσε ο Βασίλειος Β΄ (ΡΑΛΛΗ και ΠΟΛΗ, Σύνταγμα, τ. 5, σελ. 270). Σημαντικότερος ήταν ο κρατικός ξενώνας του Σαμψών στην Κωνσταντινούπολη. Ο άγιος Σαμψών ο Ξενοδόχος, γιατρός από τη Ρώμη, επί της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και εξασκούσε δωρεάν την ιατρική. Ο αυτοκράτορας για να τον ανταμείψει ίδρυσε τον Ξενώνα του Σαμψών, ταυτόχρονα νοσοκομείο και χώρος υποδοχής αστέγων, στον οποίο υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του ο άγιος Σαμψών. Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Ιουνίου. Τον ξενώνα κατέστρεψαν το 1204 οι σταυροφόροι της τέταρτης σταυροφορίας.

[15]. Οι ξένοι αυτοί κατά τον 11ο κανόνα του Θεοφίλου Αλεξανδρείας (Βλ. ΡΑΛΛΗ και ΠΟΛΗ, Σύνταγμα, τ. 4, σελ. 350) θεωρούνταν άξιοι βοηθείας όπως οι χήρες και οι πένητες.

[16]. Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, έκδ. G. MORAVCSIK, αγγλικήμετάφραση R. J. H. JENKINS, Constantine Porphyrogenitus. De administrando imperio, εις Corpus Fontium Historiae Bywantinae, 1, Ουάσιγκτον, 1967, κεφ. 9, σελ. 56-62.

[17]. Όσον αφορά τους ελεύθερους πολίτες, η νομοθεσία ήταν σαφής. Ο Ιουστινιάνειος κώδικας (CodexJustinanus, έκδ. P. KRÜGER, εις CorpusJurisCivilis, τόμ. ΙΙ, Βερολίνο, 1929, IX,20,16) όπως και η Εκλογή των Ισαύρων (Λέοντος και Κωνσταντίνου, Εκλογή των νόμων, έκδ. Ι. ΖΕΠΟΣ και Π. ΖΕΠΟΣ, JusGraecoromanum, τόμ. Β΄, Αθήνα, 1931, IX,1) δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι οι ελεύθεροι πολίτες δεν ήταν δυνατόν να περιέλθουν στην κατάσταση δουλείας. Στην πράξη όμως τα αγιολογικά κείμενα αναφέρουν άτομα που οικειοθελώς περιήλθαν σε κατάσταση δουλείας. Μάλιστα ο μοναχός Λεόντιος στον Βίο Γρηγορίου Ακράγαντος, PatrologiaGraeca, 98, στήλ. 689,Α5-Α13, κάνει λόγο για καταδίκη ενός πολίτη σε δουλεία. Όμως η ιστορική αξιοπιστία των αγιολογικών κειμένων είναι αμφίβολη. Για τους αιχμαλώτους πολέμου, η κατάσταση είναι λιγότερο σαφής. Κατά τους Στρατιωτικούς νόμους (έκδ. Ι. ΖΕΠΟΣ και Π. ΖΕΠΟΣ, JusGraecoromanum, τόμ. B΄, Αθήνα, 1931, XLVIII,2) οι αιχμάλωτοι πολέμου δεν περιέρχονταν σε κατάσταση δουλείας, αλλά ανταλλάσσονταν. Όμως οι αιχμάλωτοι πειρατών ή επιδρομέων κατέληγαν στις αγορές δούλων.

[18]. Για τις αποδοχές των στρατιωτών σε μισθό (ρόγα), ή έκτακτες αμοιβές (αννόνες, σολέμνια, πεκούλια) και συμμετοχή στα λάφυρα, βλ. JMOSSAYκαι P. YΑNNOPOULOS, LarticleXVI,2 delÉcloguedesIsauriensetlasituationdessoldats, εις Byzantion, 46 (1976), σελ. 48-57, και P. YANNOPOULOS, Lasociété profanedanslempirebyzantindesVIIe, VIIIeetIXesiècles, Λουβαίν, 1972, σελ. 133-156, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[19]. Ο σπουδαιότερος βυζαντινός ποιητής του Ι΄ αι. Γόνος πλούσιας και ευγενούς οικογένειας, γεννήθηκε περί το 930 πιθανότατα στην Κωνσταντινούπολη. Εισήλθε στη στρατιωτική ιεραρχία, αλλά το 985, με την άνοδο του Βασιλείου Β΄ στον θρόνο, περιήλθε σε δυσμένεια και απομακρύνθηκε από το στράτευμα. Ο θάνατός του τοποθετείται στη δεκαετία του 990.

[20]. Άγιος από την ελληνόφωνη Καλαβρία που γεννήθηκε στα τέλη του 9ου αι. και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 974. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Αυγούστου. Ταξιδεύοντας από τη πατρίδα του προς τη Θεσσαλονίκη, παρέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Λάρισα. Κατά τον βιογράφο του, προείδε την καταστροφή της πόλης από τους Βουλγάρους που τους χαρακτηρίζει αλλόφυλους βάρβαρους. Τονβίοτουεξέδωσεη E. FOLLIERI, La Vita di San Fantino il Giovane (Subsidia Hagiographica, 77), Βρυξέλλες, 1993.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος: Μετανάστες, πρόσφυγες και ξένοι κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο