Συνεργατών

Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος: Η επί Κωνσταντίνου Ε΄ επιδημία πανώλης στην Κωνσταντινούπολη

Η επί Κωνσταντίνου Ε΄ επιδημία πανώλης στην Κωνσταντινούπολη

Παναγιώτης Α.   ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ομότιμος καθηγητής του Université CatholiquedeLouvain

Συνεργάτης της Αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στην ΕΕ

giannopoulos

        Το ιστορικό πλαίσιο

Κατά τους αποκαλούμενους Μέσους χρόνους (Δ΄- ΙΕ΄ αι.) η ανθρωπότητα δοκιμάστηκε από τρεις μεγάλες πανδημίες πανώλης. Η πρώτη, κατά τον Ε΄ αιώνα, ενίοτε χαρακτηρίζεται ως «ιουστινιάνεια πανώλη», επειδή συνέβη επί της βασιλείας του Ιουστινιανού Α΄ (527-565). Είναι κυρίως αυτή που αποτέλεσε αντικείμενο ερευνών, επειδή έπληξε και τη Δυτική Ευρώπη. Λιγότερο γνωστή παραμένει η επιδημία πανώλης που έπληξε την Κωνσταντινούπολη επί Κωνσταντίνου Ε΄ (741-775) και η οποία για ορισμένους ερευνητές αποτελεί συνέχεια της ιουστινιάνειας. Η υπόθεση αυτή δε φαίνεται πιθανή δεδομένου ότι μεταξύ των δύο επιδημιών παρεμβάλλονται δύο και πλέον αιώνες, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν υπάρχουν μαρτυρίες αναβίωσης της ασθένειας. Η τρίτη πανδημία, γνωστή ως ‘ο μαύρος θάνατος’, εκδηλώθηκε περί το 1331 στην Κίνα, έφθασε στην Ευρώπη το 1347 και διήρκεσε ως το 1353. Έπληξε όλον τον τότε γνωστό κόσμο, του οποίου αποδεκάτισε τον πληθυσμό. Όμως αντικείμενο αυτής της σύντομης μελέτης είναι μόνο η επιδημία που έπληξε τη βυζαντινή αυτοκρατορία επί Κωνσταντίνου Ε΄.

Προ οιασδήποτε άλλης ανάλυσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δεύτερη αυτή πανδημία άρχισε κατά τη διάρκεια του 13ου έτους της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε΄ και της 14ης ινδικτιώνας, δηλ. το 754. Στην Κωνσταντινούπολη διήρκεσε ως την 1η ινδικτιώνα, δηλ. ως το 756. Οφείλουμε αυτή την εξήγηση γιατί σε πολλούς διαδικτυακούς τόπους, όπου συχνά οι χρονολογήσεις γίνονται αυθαίρετα και κατά το δοκούν, γίνεται εσφαλμένα λόγος για την πανδημία του 764.

Για την επιδημία διαθέτουμε τις περιγραφές της Σύντομης Ιστορίας του πατριάρχη Νικηφόρου Α΄1 και της Χρονογραφίας του Θεοφάνη2. Από τη δεύτερη αυτή συγγραφή αντλούν όλοι οι νεώτεροι ιστορικοί και χρονογράφοι, η μαρτυρία των οποίων δεν έχει συνεπώς ιστορικό ενδιαφέρον. Εξαίρεση αποτελεί το Χρονικόν του Γεωργίου Μοναχού, το οποίο παρέχει κάποιες πληροφορίες που δεν αναφέρονται στις δύο προαναφερθείσες πηγές3.

Τόσο ο πατριάρχης Νικηφόρος, συγγραφέας της Σύντομης Ιστορίας, όσο και ο Θεοφάνης εκ των συγγραφέων της Χρονογραφίας του Θεοφάνη δεν είχαν προσωπική γνώση της επιδημίας, αφού ο Νικηφόρος γεννήθηκε το 758 και ο Θεοφάνης το 759. Ο Γεώργιος Σύγκελλος, ο έτερος των συγγραφέων της Χρονογαφίας του Θεοφάνη, γεννήθηκε στη Συρία4 και έφθασε στην Κωνσταντινούπολη περί το 780, όταν η πανδημία αποτελούσε μόνο ανάμνηση. Και οι δύο πηγές χρησιμοποιούν την ίδια σήμερα απολεσθείσα πηγή όπως φαίνεται από τη βασική διήγηση που είναι κοινή, με τον Νικηφόρο να είναι, όπως συνήθως, περιληπτικότερος. Πάντως η αρχική πηγή οφείλεται σε κάποιον που έζησε την επιδημία, όπως συνάγεται από την αμεσότητα και τη ζωηρότητα της διήγησης.

Κατά τη λεπτομερέστερη Χρονογραφία του Θεοφάνη η επιδημία εμφανίστηκε στην Καλαβρία και στη Σικελία. Από τη Σικελία κάποιο πλοίο μετέδωσε την επιδημία στη Μονεμβασία, σταθμό των πλοίων που από την Κάτω Ιταλία ταξίδευαν προς τη Μικρά Ασία. Από εκεί η επιδημία διαδόθηκε στην Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου. Ήταν πλέον θέμα χρόνου να μεταδοθεί στην Κωνσταντινούπολη περί το τέλος του φθινοπώρου ή τις αρχές του χειμώνα του 754, αρχικά στην πόλη και συνέχεια στην ευρύτερη περιοχή, αλλά φαίνεται ότι δεν πέρασε στην ασιατική ακτή, γιατί ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄, προκειμένου να μην μολυνθεί, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και εγκαταστάθηκε στη Νικομήδεια5. Εκτός αυτού, δεν διαθέτουμε καμία πληροφορία για κρούσματα στη Μικρά Ασία.

Πριν ακόμα υπάρξουν τα πρώτα θύματα, κατά τον Θεοφάνη «ήρξατο δε αίφνης αοράτως γίνεσθαι έν τε τοις των ανθρώπων ιματίοις και εις τα των εκκλησιών ιερά ενδύματα και εις τα βήλα σταυρία ελαιώδη πλείστα». Εξ αυτού «εγένετο ... τοις ανθρώποις λύπη και αθυμία πολλή τη του τοιούτου σημείου απορία». Πρόκειται για περίεργη πληροφορία. Αλλά και ο Νικηφόρος, που γενικά δεν καταγράφει θρύλους, αναφέρεται στο φαινόμενο προσθέτοντας μάλιστα ότι αυτά τα σταυροειδή σχήματα εμφανίζονταν και στις θύρες των ναών και των οικιών. Προφανώς η πληροφορία αυτή προέρχεται από την κοινή πηγή των δύο ιστορικών. Πιθανή εξήγηση είναι ότι όσοι προσβάλλονταν από την πανώλη, αρχικά είχαν κάποιες όχι πολύ σοβαρές παραισθήσεις. Όσο όμως η κατάσταση των ασθενών επιβαρυνόταν αυτές οι παραισθήσεις γίνοταν εντονότερες. Όπως γράφει ο Θεοφάνης οι άνθρωποι «εν εκστάσει γενόμενοι» νόμιζαν ότι έβλεπαν σωματώδεις αθρώπους, τους οποίους εκλάμβαναν ως γνωστούς ή φίλους και τους απηύθυναν τον λόγο, αλλά στη συνέχεια έβλεπαν αυτούς τους ανθρώπους «εις οίκους εισερχομένους, και τους μεν του οίκου αναιρούντας τους δε ξίφει τιτρώσκοντας». Ανάλογη είναι η μαρτυρία του Νικηφόρου ο οποίος γράφει: «εξεστηκότες τω δέει οι άνθρωποι και φαντασιούμενοι εδόκουν αυτοίς ως ξένοις τισί συνοδεύειν και ειδεχθέσιν ανθρώποις, και είτα ως γνωρίμοις ... προσαγορεύοντες ... και άλλοι φάσμασί τισιν .... εώρων ξίφεσιν αλλήλους τινάς βάλλοντας». Ο Θεοφάνης απλά περιγράφει την κατάταση. Ο Νικηφόρος, ως ορθολογικότερος, αποδίδει αυτές τις παραισθήσεις στον φόβο που κατείχε τους ανθρώπους. Όμως ανάλογες παρατηρήσεις κάνει και ο Προκόπιος περιγράφοντας την ιουστινιάνεια πανώλη. Σαφώς οι παραισθήσεις ήταν αποτέλεσμα της ασθένειας.

Την άνοιξη του 755, προφανώς εξ αιτίας της ζέστης, η κατάσταση χειροτέρευσε, ενώ το καλοκαίρι πήρε διαστάσεις ως τότε πρωτοφανείς. Κατά τον Θεοφάνη «εξεκαύθη εις άπαξ». Ο αριθμός των νεκρών καθημερινά αυξανόταν. Κατά τον Νικηφόρο, ούτε λόγος για νεκρώσιμες ακολουθίες, διότι όπως γράφει «ολιγοστοί μάλα πλείστους άγαν εκκομίζοντες». Σύντομα άρχισε να υπάρχει πρόβλημα για την απομάκρυνση των νεκρών και τη μεταφορά τους σε χώρους ταφής. Οι δημοτικές αρχές χρησιμοποιούσαν άμαξες, στις οποίες συσσωρεύονταν χωρίς καμία άλλη διαδικασία οι νεκροί. Αλλά και οι πολίτες προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τα πτώματα με ένα, κατά τον Νικηφόρο, «μηχάνημα»: σε ζώα σαμαρωμένα τοποθετούσαν σανίδες δημιουργώντας έτσι ένα ευρύτερο χώρο, ώστε να μεταφέρουν περισσότερους νεκρούς. Σε ορισμένες οικογένειες όμως, όπου όλα τα μέλη απέθαναν, δεν υπήρχε κανείς να ασχοληθεί με τα πτώματα. Γρήγορα τα νεκροταφεία, τόσο μέσα στην πόλη όσο και στα προάστεια, κορέστηκαν. Ως χώροι απόρριψης των νεκρών χρησιμοποιήθηκαν τότε αχρησιμοποίητες δεξαμενές νερού, που όμως και αυτές γρήγορα δεν επαρκούσαν. Άρχισαν τότε να χρησιμοποιούνται ακάλυπτοι χώροι μέσα στην πόλη, δημόσια άλση, ιδιωτικοί κήποι και περιβόλια στο λεγόμενο μεσοτείχιον, δηλ. μεταξύ των παλαιών τειχών του Θεοδοσίου Α΄ και των ιουστινιάνειων τειχών. Επειδή και αυτά κορέστηκαν άρχισαν να χρησιμοποιούνται ως χώροι ταφής οι αμπελώνες έξω των τειχών. Οι περιγραφές των δύο ιστορικών είναι ενδεικτικές. Νικηφόρος: «επιλελοίπασι δε εις άπαξ και οι τάφοι, ώστε και τας ανύδρους των δεξαμενών νεκρών εμπλησθήναι σωμάτων. άρουραι δε ανετέμνοντο και αμπελώνες διωρύσσοντο και κήποι διεσκάπτοντο». Θεοφάνης: «εν δε τω πληρωθήναι πάντα τά τε ενάστεια και προάστεια μνήματα, έτι μην και κιστέρνας ανύδρους και λάκκους, και πλείστους αμπελώνας διασκαφήναι, ου μην αλλά και τους ένδον των παλαιών τειχών κήπους εις την τοιαύτην προχωρήσαι των ανθρωπίνων σωμάτων ταφήν».

Δεν διαθέτουμε στοιχεία για τον συνολικό αριθμό των θυμάτων. Κατά τη μαρτυρία των πηγών δεν υπήρχε οικογένεια της Κωνσταντινούπολης που δεν αριθμούσε νεκρά μέλη, ενώ ορισμένες οικογένειες ξεκληρίστηκαν εντελώς. Ο Νικηφόρος προσθέτει ότι «αοίκητον σχεδόν ήδη γεγονυίαν την πόλιν», ο αυτοκράτορας αποφάσισε τη μεταφορά πληθυσμών από τη νότια Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου. Η πληροφορία αυτή, την οποία επιβεβαιώνει δύο αιώνες αργότερα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος, προκαλεί έκπληξη. Διότι η επιδημία διαδόθηκε, κατά τον Θεοφάνη, στη Νότια Ελλάδα και στα νησιά του Αιγαίου πριν ακόμα μεταδοθεί στην Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται όμως ότι οι άνθρωποι γνώριζαν πως η ασθένεια μεταδιδόταν από επαφή με πάσχοντες. Ίσως η ιουστινιάνεια πανδημία άφησε πίσω της ένα είδος γνώσης για την αντιμετώπιση της πανώλης. Και όπως στις επαρχίες δεν υπήρχαν σημαντικά αστικά κέντρα, ήταν σχετικά εύκολο οι οικισμοί να διακόψουν κάθε επαφή με μολυσμένες περιοχές και έτσι να διαφυλαχτούν αβλαβείς. Προφανώς η επιδημία επί Κωνσταντίνου Ε΄ προκάλεσε θύματα κυρίως στην Κωνσταντινούπολη.


Η θρησκευτική και πολιτική εκμετάλλευση της επιδημίας

Κατά τους μέσους χρόνους κάθε έκτακτο φυσικό φαινόμενο αποδιδόταν στη θεϊκή θέληση. Σεισμοί, καταιγίδες, ξηρασίες, πλημμύρες, λοιμοί, λιμοί, παγετοί, τρικυμίες, ναυάγια, εκρήξεις ηφαιστείων, κλπ. ερμηνεύονταν ως έκφραση της θεϊκής οργής6. Ακόμα και γεγονότα όπως οι επιδρομές γίνονταν κατά θεία παραχώρηση «διά ταις ημών αμαρτίαις». Αλλά και όταν ο βυζαντινός στρατός νικούσε τους εισβολείς, η νίκη αποδιδόταν επίσης στη θεϊκή ευμένεια. Ως θεοσημίες επίσης εκλαμβάνονταν και φαινόμενα που δεν είχαν επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, όπως η εμφάνιση κομητών, οι εκλείψεις ηλίου ή σελήνης. Είναι φυσικό η επιδημία του 754-756 να ερμηνευτεί ως θεομηνία από τους ανθρώπους της εποχής. Υπεύθυνος για τη θεϊκή οργή για τους βυζαντινούς συγγραφείς ήταν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄. Για τη Χρονογραφία του Θεοφάνη η ευθύνη του «ασεβούς» Κωνσταντίνου και «των κρατούντων» είναι αυταπόδεικτη. Μάλιστα για να καταστήσει πειστικότερη την εξήγησή του, αφήνει να νοηθεί ότι και ο ίδιος ο αυτοκράτορας κατάλαβε ότι με τις πράξεις του προκάλεσε τη θεϊκή οργή και για κάποιο χρονικό διάστημα σταμάτησε τους διωγμούς κατά των εικονόφιλων.

Το ιστορικό ένστικτο του Νικηφόρου, του μεγάλου θεωρητικού υπέρ των εικόνων, τον προφυλάσσει από εύκολες ερμηνείες. Είναι αξιοσημείωτο για ένα νέο του Η΄ αιώνα (ο Νικηφόρος έγραψε την Ιστορία του σε ηλικία περίπου 20 ετών) να θεωρεί ως λάθος να αποδίδονται στη θεία θέληση καταστροφικά φαινόμενα, πολλώ μάλλον όταν τα θύματα δεν ήταν ούτε οι κρατούντες ούτε ο αυτοκράτορας7. Με περισσή περίσκεψη σημειώνει «ταύτα εκρίνετο τοις ορθά φρονείν ειδόσιν εκ θείας επισκήπτειν οργής, ηνίκα ο τότε αθέως και δυσεβώς κρατών, και όσοι αυτώ συνήνουν τω αθέσμω φρονήματι, τας χείρας επαφείναι κατά των αγίων εικονισμάτων». Ο Νικηφόρος δεν αμφισβητεί την αιρετική στάση του αυτοκράτορα, την οποία καταδικάζει, αλλά αποδίδει στους εικονόφιλους (αυτοί είναι οι ‘ορθά φρονούντες’) την αυθαίρετη ερνηνεία ότι η επιδημία ήταν έκφραση της θεϊκής οργής.

Δύο αιώνες αργότερα ο Κωνσταντίνος Ζ΄ θα εκμεταλλευτεί επίσης το γεγονός δίνοντάς του όμως πολιτική διάσταση. Είναι γνωστό ότι ο Κωνσταντίνος Ζ΄ μισούσε τον ομώνυμό του Κωνσταντίνο Ε΄, και είναι αυτός που του απέδωσε την κατηγορία του «κοπρώνυμου»8. Όμως παρά το μένος του κατά του Κωνσταντίνου Ε΄, ο Πορφυρογέννητος δεν κατάφερνε να αμαυρώσει τη μνήμη αυτού του τόσο σημαντικού αυτοκράτορα, ίσως του σπουδαιότερου όλης της βυζαντινής ιστορίας. Στην προσπάθειά του να ανακαλύψει λάθη στην πολιτική του Κωνσταντίνου Ε΄, τον κατηγορεί ότι μετά από το τέλος της επιδημίας μετέφερε τους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Νότιας Ελλάδας για να επανοικίσει την πρωτεύουσα με αποτέλεσμα στις περιοχές αυτές να παραμείνουν οι σλαβικοί πληθυσμοί και έτσι «εσλαβώθη δε πάσα η χώρα»9. Με τον τρόπο αυτό όχι μόνο αμαύρωνε τη μνήμη του Κωνσταντίνου Ε΄, αλλά επίσης δυσφημούσε την ανερχόμενη πελοποννησιακή αριστοκρατία, την οποία θεωρούσε δυσγενή και επικίνδυνη, ως σλαβικής καταγωγής10. Εν παρόδω να σημειωθεί ότι τα γραφόμενατου Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου αποτέλεσαν ένα από τα βασικά επιχειρήματα του Φαλμεράγιερ περί σλαβικής καταγωγής του νεοελληνικού λαού.

       Αντί για συμπέρασμα

Η επιδημία πανώλης που έπληξε την βυζαντινή αυτοκρατορία επί Κωνταντίνου Ε΄ κυρίως επληξε την Κωνσταντινούπολη και προκάλεσε μεγάλο αριθμό θυμάτων. Όπως και άλλες καταστροφές θεωρήθηκε από τους συγχρόνους ως έκφραση της θείας οργής που οφειλόταν στις εικονομαχικές αντιλήψεις του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε΄. Αργότερα, όταν η επιδημία και τα θύματά της δεν ενδιέφεραν πλέον κανένα, ένας άλλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος Ζ΄, προσπάθησε, εκμεταλλευόμενος μία από τις επιπτώσεις της επιδημίας, να παρουσιάσει τον Κωνσταντίνο Ε΄ ως πολιτικά ανεύθυνο.

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος καθηγητής του Université CatholiquedeLouvain

1. Nικηφόρου Πατριάρχου, Ιστορία σύντομος, έκδ. C. DEBOOR, NicephorusPatriarchae, OpusculaHistorica, Λειψία, 1880, σελ. 62-64.

2. Θεοφάνους, Χρονογραφία, έκδ. C. DE BOOR, Theophanis, Chronographia, I, Λειψία, 1883, σελ. 422-424.

3. Γεωργίου Μοναχού, Χρονικόν, έκδ. C. DEBOOR, GeorgiiMonachi, Chronicon, Λειψία, 1904, σελ. 752-753.

4. Η βιογραφία του Γεωργίου Συγκέλλου δεν είναι αρκούντως γνωστή. Η καλύτερη μελέτη επ’αυτού είναι του W. TREADGOLD, The Life and Wider Significance of George Syncellus, εις TravauxetMémoires, 19 (2015) σελ. 9-30, αν και ορισμένες υποθέσεις του είναι αστήρικτες..

5. Μόνο ο Γεώργιος Μοναχός, σελ. 753, αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος εγκατέλειψε την πρωτεύουσα.

6. Ειδικά για την περίοδο της εικονομαχίας, βλ. Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Περιβάλλον και προπαγάνδα στο Βυζάντιο. Πολιτική εκμετάλλευση φυσικών φαινομένων από την εικονόφιλη φιλολογία, εις Ιστορίας μέριμνα. Τιμητικός τόμος στον καθηγητή Γεώργιο Ν. Λεοντσίνη, Αθήνα 2012, τομ. Α1, σελ. 272-289.

7 Ο μόνος από τους σημαίνοντες εικονομάχους που πέθανε κατά τη διάρκεια της επιδημίας ήταν ο πατριάρχης Αναστάσιος, πειθήνιο όργανο τόσο του Λέοντος Γ΄ όσο και του Κωνταντίνου Ε΄, αλλά όπως γράφει ο Γεώργιος Μοναχός, σελ. 752, ο θάνατός του δεν προκλήθηκε από την πανώλη.

8 Βλ. Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζάντιο και Σλάβοι: από την αντιπαράθεση στη συμβίωση, εις Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινοί και Σλάβοι στην Ελλάδα κατά την ύστερη Πρωτοβυζαντινή και την πρώιμη Μεσοβυζαντινή περίοδο, Αθήνα, 2018, σελ. 207.

9. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί θεμάτων, έκδ. A. PERTUSI, Constantino Porpirogenito, De thematibus (Studi e Testi, 60), ΠόλητουΒατικανού, 1952, σελ. 53. Σχετικά με την εθνολογική σύνθεση του πληθυσμού που μεταφέρθηκε, βλ. C. ARNAKIS, ByzantiumandGreece, εις BalkanStudies, 4 (1963), σελ.392.

10. Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί θεμάτων, σελ. 91, όπου ο Κωνσταντίνος Ζ΄ κατηγορεί τον πελοποννησιακής καταγωγής πατρίκιο Νικήτα Ρενδάκη ως «γαρασδοειδής όψις εσλαβωμένη» δηλ. πανούργο σλάβικο πρόσωπο.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Παναγιώτης Α. Γιαννόπουλος: Η επί Κωνσταντίνου Ε΄ επιδημία πανώλης στην Κωνσταντινούπολη