Συνεργατών

Αριστείδης Λαυρέντζος : Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ

 

                                                                           Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ (1804)

                                                                   Η ηρωική κατάληξη της εποποιίας της εξόδου από το Σούλι

                                                         και η απήχησή της στο πανελλήνιο, στον διεθνή χώρο και στην τέχνη

Μικρό μελέτημα ιστορίας και ποίησης

         LAYRENTZOS          Αριστείδης Λαυρέντζος

   π.νομικό στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής(Βρυξέλλες), διπλ. μάστερ Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Louvain-la-Neuve                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             

                                                                                                                                                                                                                                                                                           

  A.        ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ, ΜΙΑ ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΡΕΧΕΙ ΤΗΝ ΗΠΕΙΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΑΠ’ ΑΚΡΟΥ ΕΙΣ ΑΚΡΟ

Στις 15 Δεκεμβρίου 1803 αρχίζει η τελευταία πράξη της εποποιίας των Σουλιωτών στους μακραίωνους αγώνες τους εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πράγματι, οι αδυσώπητοι αγώνες τους εναντίον των Οθωμανών είχαν αρχίσει περίπου δύο αιώνες πριν, στα 1635 κατά την τοπική παράδοση, και με ιστορική εξακρίβωση λίγο αργότερα, κατά τη διάρκεια του Ενετοτουρκικού πολέμου των ετών 1684-1699[1]. Το αποκορύφωμα όμως αυτών των αγώνων γίνεται στα χρόνια του πανίσχυρου Αλή πασά των Ιωαννίνων, που ήδη από την αρχή της θητείας του, το 1788, θεωρώντας το Σούλι αγκάθι και διαρκή απειλή της εξουσίας του στην περιφέρειά του, βάζει στόχο να το αλώσει και να το καταστρέψει, πράγμα που θα πετύχει μετά από σκληρούς αγώνες που διήρκεσαν 15 χρόνια (1789-1803).

Πολλοί όροι έχουν χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσουν επιγραμματικά τους αγώνες των Σουλιωτών: μάχες, πόλεμοι, θρύλος, θυσία, έξοδος, ραψωδία, ολοκαύτωμα…[2]Θα πρότεινα να προτιμάται εφεξής ο όρος «εποποιία». Έχει ήδη χρησιμοποιηθεί κατά το παρελθόν, σχετικά σπάνια[3], με αναφορά στους αγώνες του Σουλίου. Τα λεξικά διευκρινίζουν ότι η εποποιία είναι μια «σύνθεση επών», και γι’ αυτό την προτιμούμε από τον περίπου συνώνυμο όρο «έπος», που επίσης έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους αγώνες των Σουλιωτών ή ένα μέρος τους[4]. Η εποποιία ορίζεται στα λεξικά ως «σειρά ιστορικών γεγονότων ηρωικού χαρακτήρα, και γενικότερα κάθε συλλογικό κατόρθωμα το οποίο θεωρείται κορυφαίο, εξαιρετικό και αξιομνημόνευτο»[5].

Λαμβάνοντας υπόψη τον παραπάνω ορισμό, περίπου πανομοιότυπο σε όλα τα λεξικά[6], διαπιστώνουμε ότι ο όρος αρμόζει απόλυτα στους αγώνες των Σουλιωτών, που χωρίς αμφιβολία περιέχουν γεγονότα «κορυφαία, εξαιρετικά και αξιομνημόνευτα». Θα έλεγα μάλιστα ότι στο σύνολό τους οι αγώνες των Σουλιωτών συνιστούν την κορυφαία ίσως «πανηπειρωτική εποποιία», διότι η εμβέλειά τους εκτείνεται και στις τέσσερις περιφερειακές ενότητες της Ηπείρου: Στην Π. Ε. Ιωαννίνων, διότι ήταν η έδρα του πασά και εκεί γίνονταν οι φυλακίσεις και εκτελέσεις των αγωνιστών Σουλιωτών και μελών των οικογενειών τους, καθώς και η εκδήλωση της ηρωικής στάσης τους ενώπιον του τυράννου· σε αυτήν την Π. Ε. επίσης υπάγεται η Λάκκα Σούλι, από την οποία κατάγονταν ένα μέρος των πολεμιστών-προσφύγων που αγωνίστηκαν στο Σέλτσο. Στην Π. Ε. Θεσπρωτίας, διότι εκεί βρίσκεται το Σούλι Θεσπρωτίας με τα περισσότερα Σουλιωτοχώρια και τη σθεναρή αντίσταση στους Οθωμανούς, με αντεπιθέσεις που έφταναν και πέρα από αυτή την περιφέρεια. Στην Π. Ε. Πρέβεζας έχουμε το Ζάλογγο, με την αντίστασή του και την αυτοθυσία των γυναικών που έπεσαν στον φοβερό γκρεμό στις 18 Δεκεμβρίου 1803, επίσης δε τη Ρινιάσα με τον πύργο του Δημουλά και την ηρωική Δέσπω Μπότση που έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα και ανατινάχτηκε μαζί με τις κόρες, νύφες και εγγόνια της (23 ή 25 Δεκεμβρίου 1803)[7]. Και τέλος, στο ακρότατο ανατολικό σημείο της Π. Ε. Άρτας έχουμε την πολιορκία, μάχες και τελική άλωση της Μονής Σέλτσου (Ιανουάριος – Απρίλιος 1804).

Η μεγάλη αυτή πανηπειρωτική εποποιία των Σουλιωτών μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο μεγάλα κεφάλαια: την εποποιία των αγώνων στην περιοχή του ίδιου του Σουλίου (από την ίδρυση του Σουλίου μέχρι την αναγκαστική αναχώρηση από την πατρίδα τους το Δεκέμβριο του 1803) και αυτό που θα ήθελα εφεξής να ονομάζουμε «εποποιία της εξόδου», η οποία περιλαμβάνει το Ζάλογγο, τη Ρινιάσα και το Σέλτσο. Για καθεμιά από αυτές τις τοποθεσίες έχει ήδη χρησιμοποιηθεί ο όρος «εποποιία», π.χ. «Μετά την εποποιία του Ζαλόγγου συνέχισε με τη φάρα των Κουτσονικαίων προς το Βουλγαρέλι όπου ακολούθησε η νέα εποποιία στη μονή Σέλτσου[8]

Υπάρχει, τέλος και μια τρίτη εποποιία των Σουλιωτών, η εκτός Ηπείρου, πανευρωπαϊκή και πανελλήνια: εκείνη που έγραψαν όταν μετέβησαν στα Ιόνια νησιά, όπου συμπολέμησαν με τα στρατεύματα των Ρώσων, των Γάλλων και σε μικρότερο βαθμό των Άγγλων, και κατόπιν στην Ελληνική Επανάσταση και στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.[9]

Στα ανδραγαθήματα-εποποιία της Μονής Σέλτσου, λιγότερο γνωστή από εκείνες των τριών άλλων Π. Ε. της Ηπείρου, θα αφιερωθεί το υπόλοιπο του παρόντος μελετήματος.[10]

Β.        Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ

Ως «τραγικωτέραν μάχην», «τραγικωτέραν σκηνήν», σε σχέση με το Ζάλογγο και τη Ρινιάσα, χαρακτηρίζει ο Περραιβός τα της Μονής Σέλτσου, στο εξαιρετικό έργο του Ιστορία Σουλίου και Πάργας[11], και ο χαρακτηρισμός είναι αντικειμενικά ορθός ως προς τον αριθμό των θυμάτων (πάνω από χίλια) και τη διάρκεια των εχθροπραξιών (τέσσερις μήνες), δεν θα πρέπει όμως να χρησιμοποιηθεί ως άτοπη αξιολογική σύγκριση μεταξύ δύο ή περισσότερων ξεχωριστών περίλαμπρων γεγονότων, διότι το καθένα από αυτά πρέπει να τιμάται με τη δική του ιδιαίτερη και αυτόφωτη λάμψη[12].

Ας δούμε πώς διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Παρά τη ρωμαλέα αντίσταση στις επιθέσεις του Αλή και του γιου του Βελή, επί 14 και πλέον χρόνια, από το 1789, και παρά την επιτυχή αντιμετώπιση της τετράχρονης, από το 1800, πολιορκίας, οι Σουλιώτες δεν είχαν πλέον πολλά αποθέματα δυνάμεων και τους είχε επίσης εξασθενίσει η προδοσία του Πήλιου Γούση[13] και η αντιζηλία ανάμεσα στις φάρες των Τζαβελλαίων και των Μποτσαραίων, που δεν παρέλειπε να την εκμεταλλεύεται έξυπνα ο πασάς των Ιωαννίνων. Περικυκλωμένοι λοιπόν στο Κούγκι μετά από τη φονική μάχη της 7 Δεκεμβρίου 1803, όπου σκοτώθηκαν Τούρκοι περί τους 700 και τραυματίστηκαν χίλιοι, ενώ από τους Σουλιώτες έπεσαν μόνον οκτώ και τραυματίστηκαν δεκατέσσερις[14], αναγκάζονται να προτείνουν έντιμη συνθηκολόγηση την οποία δέχτηκε και υπέγραψε ο Βελής και οι δεκατρείς στρατηγοί του στις 12 Δεκεμβρίου 1803. Η συνθήκη προέβλεπε κυρίως να φύγουν οριστικά από το Σούλι όλοι οι Σουλιώτες, με τη δυνατότητα να πάρουν μαζί τους όλα τα αντικείμενά τους και να μεταναστεύσουν είτε στην ρωσοκρατούμενη τότε Πάργα είτε σε άλλο μέρος της εκλογής τους.[15]

Η αναχώρηση από την πατρική γη, εν μέσω απερίγραπτης συγκίνησης και θερμών δακρύων, έγινε στις 15 Δεκεμβρίου 1803, σε τρεις ομάδες.[16]

Η μία, με επικεφαλής τον Φώτο Τζαβέλλα, και με τους Δήμο Δράκο, Τζήμα Ζέρβα και Γκόγκα Δαγκλή, κατευθύνθηκε προς την Πάργα. Εντωμεταξύ οι Αλής και Βελής αθέτησαν τη συνθήκη. Καίτοι είχαν υποσχεθεί να αφήσουν τους Σουλιώτες να φύγουν ένοπλοι και ανεμπόδιστοι από το Σούλι, εξαπέλυσαν ασκέρι από 4000 άνδρες πίσω από την ομάδα του Φώτου Τζαβέλλα και ταυτόχρονα έγραψαν απειλητικό γράμμα στους Παργινούς, για να μη δεχθούν την ομάδα. Όμως, με ένοπλη αντίσταση καθ’ οδόν και με τη βοήθεια των Παργινών που αγνόησαν τις απειλές των Αλή και Βελή, η ομάδα αυτή σώθηκε και διέφυγε στην Κέρκυρα, επίσης ρωσοκρατούμενη τότε.

Μια άλλη, μικρότερη ομάδα, με τον Κουτσονίκα και τον Κωλέτζη Φωτομάρα, κατευθύνεται προς το Ζάλογγο, εφτά ώρες νοτιοανατολικά του Σουλίου (βλ. χάρτη). Ο επίορκος Αλής στέλνει από την κοντινή Άρτα ένα ασκέρι από 3000 Τουρκαλβανούς και τους περικυκλώνει, γνωστοποιώντας τους ότι έχει προσταγή του Αλή να τους αφοπλίσει και να τους οδηγήσει στα Γιάννενα όπου «η Υψηλότης του» θα αποφάσιζε «το καλύτερο γι’ αυτούς». Υποψιαζόμενοι τι τους περίμενε αν πήγαιναν να παραδοθούν στα Γιάννενα στον Αλή, οι Σουλιώτες και αυτής της ομάδας αποφάσισαν να τον πολεμήσουν.

Εντωμεταξύ η μεγαλύτερη από τις τρεις ομάδες, με επικεφαλής τον Κίτσο Μπότσαρη, κατευθύνεται προς το Βουργαρέλι. Μαζί τους και ο συνεργαζόμενος δυστυχώς με τον Αλή γαμπρός του Μπότσαρη Λεοντάρης Παλάσκας. Ο καλόγερος Σαμουήλ από το Κούγκι του Σουλίου, όπου ανατινάχτηκε ηρωικά μαζί με την πυριτιδαποθήκη την ίδια μέρα ή μία από τις επόμενες[17], είχε συμβουλεύσει και αυτή την ομάδα να κατευθυνθούν στην Πάργα. Εκείνοι όμως κατευθύνθηκαν προς το Βουργαρέλι, όπου είχαν εγκατασταθεί προ ετών οι Μποτσαραίοι υπό τον Γιώργη Μπότσαρη, πατέρα του Κίτσου, έχοντας δυσφορήσει για την ανάθεση της αρχηγίας του Σουλίου στον νεαρό Φώτο Τζαβέλλα.

Η δεύτερη ομάδα (Κουτσονίκας, Κ. Φωτομάρας), στις 18 Δεκεμβρίου 1803, με τον περίφημο Χορό του Ζαλόγγου, γράφει χρυσή σελίδα της εποποιίας της εξόδου από το Σούλι, αναγκαζόμενη, με απώλειες, να διασχίσει τις εχθρικές τάξεις, ενώ εξήντα γυναίκες με τα παιδιά τους, διατρέχοντας τον κίνδυνο να πέσουν στα χέρια του εχθρού, ρίχνονται στο γκρεμό του Ζαλόγγου και αυτοκτονούν – απαράμιλλη εικόνα ηρωισμού και αυτοθυσίας.

Παράλληλα, ένα απόσπασμα του Αλή πηγαίνει στη Ρινιάσα, τρεις ώρες δυτικά του Ζαλόγγου, για να ξεκληρίσει είκοσι σουλιώτικες οικογένειες που είχαν φύγει από το Σούλι λόγω πείνας. Εκεί, στον πύργο του Δημουλά, για να αποφύγει την ατίμωση στα χέρια των εχθρών, στις 23 ή 25 Δεκεμβρίου ανατινάχτηκε η Δέσπω Μπότση με τις νύφες, κόρες και εγγόνια της.

Ο Κίτσος Μπότσαρης και οι δικοί του, φτάνοντας στο Βουργαρέλι (είκοσι περίπου ώρες δρόμο ανατολικά του Σουλίου – βλ. χάρτη) μαθαίνουν τις καταστροφές των συμπολιτών τους στο Ζάλογγο και τη Ρινιάσα. Συσκέπτονται με τους άλλους Μποτσαραίους που βρίσκονται εκεί, και συναποφασίζουν να φύγουν πιο ανατολικά, στα όρια των Αγράφων, στη Βρεστενίτσα (σημερινές Πηγές Άρτας)[18], δέκα περίπου ώρες από το Βουργαρέλι. 1148 τον αριθμό, Μποτσαραίοι και κάτοικοι του χωριού Λάκκα Σούλι, αναχωρούν προς Βρεστενίτσα στις 2 Ιανουαρίου 1804.[19] Οι Τούρκοι βρίσκονται στα ίχνη τους αλλά δεν είναι γνωστές άλλες εχθροπραξίες μέχρι τον προορισμό τους. Την πορεία των Σουλιωτών περιγράφει με ωραίο ποιητικό λόγο ο αείμνηστος λόγιος Ναπολέων Οικονόμου από τις Πηγές:

Τ’ αγριοπρόσωπα βουνά, τα βλοσυρά τα βράχια,

μπουλούκια τ’ ανηφόριζαν, γερόντοι μ’ άσπρα γένια,

γριές που ’χαν το πρόσωπο σκαμμένο απ’ τις ρυτίδες

κι ολόγυρα απ’ τα μάτια τους στεφάνια μαύρους κύκλους,

από το δάκρυ, απ’ τον καιρό, την πείνα, την αρρώστια. (…)

Ο Κίτσο Μπότσαρης μπροστά, δεύτερος γιος του Γιώργη,

ο αδερφός του Νίκηζα, του καπετάν του Νότη.

Βαριά σέρναν τα βήματα χίλιοι εκατόν σαράντα

Σουλιώτες, και τραβούσανε για κει που ’ταν να δώσουν

το τελευταίο αίμα τους, όσο τους είχε μείνει.(…)

Οι Τουρκομάχοι του Σουλιού, οι Σταυραετοί της Κιάφας,

εχαμηλώσαν τα φτερά καμένα απ’ το μπαρούτι

και στέκονταν στα πόδια τους και κείνα δεν βαστούσαν.[20]

Ο δρόμος από το Βουργαρέλι προς τη Βρεστενίτσα περνάει από το σημερινό Τετράκωμο και από εκεί διακλαδίζεται είτε προς Μεσούντα και από εκεί στο μοναστήρι του Σέλτσου είτε νοτιότερα προς Καστανιά, Ελάτη, Μηλιανά και Γρέβια. Τον δεύτερο αυτό δρόμο, που ήταν λιγότερο δύσβατος, φαίνεται να ακολούθησαν οι Σουλιώτες. Αυτή την εκδοχή ενισχύει και το γεγονός ότι έφτασαν πρώτα στη Βρεστενίτσα και από εκεί, λίγες μέρες αργότερα, πήγαν και εγκαταστάθηκαν για περισσότερη ασφάλεια στην περιοχή της Μονής Σέλτσου, πέντε χιλιόμετρα βόρεια από το κέντρο της Βρεστενίτσας.

Η σημερινή κατασκευή της μονής χρονολογείται από τον 17ο αιώνα, έγκυρες όμως πηγές αναφέρουν ότι είχε πρωτοχτιστεί τον 10ο αιώνα.[21]Οι Σουλιώτες καταλαμβάνουν το μοναστήρι – άλλωστε η περιοχή ανήκε στο αρματολίκι των Μποτσαραίων – και χτίζουν προμαχώνες στα στρατηγικά σημεία γύρω από αυτό. Ο οχυρός χαρακτήρας της τοποθεσίας είναι απαράμιλλος, έχει όμως το σημαντικό μειονέκτημα να είναι πολύ δύσκολη η διαφυγή σε περίπτωση ανάγκης, και αυτό κόστισε ακριβά στους πολιορκούμενους κατά την μάχη-έξοδο της 23 Απριλίου 1804.

Στο μεταξύ ο Παλάσκας, που δεν τους είχε ακολουθήσει από το Βουργαρέλι αλλά είχε μεταβεί στα Γιάννενα για να ενημερώσει τον Αλή πασά και να πάρει οδηγίες, επιστρέφει στο Σέλτσο και τους πληροφορεί ότι ο Αλής δεν ήταν ενήμερος, όπως είπε, για τις πράξεις του γιου του Βελή εις βάρος τους, λυπάται γι’ αυτές και τους καλεί στα Γιάννενα για να τους αποζημιώσει. Οι Σουλιώτες αντιλαμβάνονται ότι οι προθέσεις του Αλή δεν είναι για να τους αποζημιώσει αλλά για να τους ξεπαστρέψει, και οχυρωμένοι στο Σέλτσο περιμένουν να αντιμετωπίσουν τα στρατεύματά του, για νίκη ή για θάνατο.

Πράγματι, στις 8 Ιανουαρίου, λίγο μετά την άφιξη του Παλάσκα στο Σέλτσο, ξεκινά από τα Γιάννενα στρατός πέντε χιλιάδων μάχιμων Αλβανών, άσπονδων εχθρών των Σουλιωτών, διαλεγμένων ειδικά από τον Αλή, διότι είχαν χάσει ο καθένας τους ένα τουλάχιστον συγγενή σε πόλεμο με τους Σουλιώτες. Στις 12 Ιανουαρίου ο στρατός φθάνει στο Σέλτσο και στρατοπεδεύει στους πρόποδες του όρους Νιγκόζη,[22] πάνω από το μοναστήρι. Η πρώτη φοβερή μάχη γίνεται στις 15 Ιανουαρίου, στους προμαχώνες που είχαν στήσει οι Σουλιώτες, οι οποίοι νικούν, φονεύουν 78 εχθρούς και αιχμαλωτίζουν 106, ενώ οι δικές τους απώλειες είναι μόνο 6 πολεμιστές και 11 τραυματίες.[23]

Ο εχθρός στήνει πολιορκία, που θα διαρκέσει ένα τρίμηνο, με σποραδικές εχθροπραξίες. Η Βρεστενίτσα και τα διπλανά χωριά Μηλιανά, Λαγκάδα και Γρέβια, καθώς και το πέρα από τη γέφυρα του Κοράκου Λιάσκοβο, συνέβαλαν με πολλές θυσίες στον επισιτισμό των πολιορκημένων. Στα μέσα Απριλίου, ο Αλής γράφει στα στρατεύματά του στο Σέλτσο επιπλήττοντάς τα για αναξιότητα να καταστρέψουν «μια φούχτα κατσικοκλεφτών», και τους στέλνει επικουρία δύο χιλιάδων στρατιωτών.

Η τελική μάχη δίδεται στις 23 Απριλίου (ή ίσως τρεις μέρες νωρίτερα[24]). Τριακόσιοι πολεμιστές από τη μεριά των Σουλιωτών, στους οποίους προστέθηκαν και μερικοί ντόπιοι, αντιστέκονται λυσσαλέα στα στίφη των 7000 Τουρκαλβανών. Η μάχη διαρκεί έξι ώρες. Η πτώση ενός προμαχώνα που τον υπερασπίζονταν 50 Σουλιώτες πολεμιστές και έπεσαν μαχόμενοι μέχρις ενός οφείλονταν και στην προδοσία του Γιώργου Κύργιου, προσκυνημένου αρματολού, στον οποίο ο Αλής είχε υποσχεθεί μεγάλα ανταλλάγματα. Ακολουθεί η περικύκλωση των υπόλοιπων υπερασπιστών του Σέλτσου, ενώ από τις γυναίκες που είχαν μείνει για ασφάλεια στο μοναστήρι, 220 πέφτουν με τα παιδιά τους στο φοβερό φαράγγι δίπλα στο μοναστήρι, πάνω από τα νερά του Αχελώου. Όσες δεν πρόλαβαν να κάνουν το απονενοημένο αυτό διάβημα, μάχονται με ξύλα, με πέτρες, με νύχια και με δόντια, και τελικά σφαγιάζονται από τους αντιπάλους. Εκατόν εξήντα τράβηξαν για το ποτάμι. Ανάμεσα σ’ αυτές ήταν και η εικοσάχρονη Λένω Μπότσαρη, όμορφη κόρη του Νότη. Πέντε Αρβανίτες την κυνηγούσαν. Έπεσε στο ποτάμι για να πνιγεί αποφεύγοντάς τους. Ένας Αρβανίτης έσπευσε και της πρότεινε να τη σώσει. Η ωραία Σουλιωτοπούλα, που δεν ήθελε να πέσει στα χέρια του, τον παρέσυρε στο ποτάμι και πνίγηκαν και οι δύο. Το σημείο που έπεσε το γνωρίζουν οι ντόπιοι με την ονομασία «το πήδημα της καπετάνισσας».[25]

Πενήντα άνδρες και μια γυναίκα διασώζονται, και θα φτάσουν στην Πάργα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη και τον δεκατετράχρονο τότε γιο του Μάρκο, το μετέπειτα καύχημα των Ελλήνων. Από εκεί, μαζί με την πρώτη φάλαγγα των Τζαβελλαίων, θα φύγουν για την Κέρκυρα στις 26 Απριλίου. Άλλοι τριάντα περίπου διέφυγαν τη σφαγή και σκορπίστηκαν στη Βρεστενίτσα και στα γύρω χωριά της Άρτας ή, περνώντας τον Αχελώο, στα αντικρινά Άγραφα.

Με τέτοια θαύματα τόλμης και ανδρείας κλείνει η εποποιία του Σέλτσου, και μαζί της η «πανηπειρωτική εποποιία των Σουλιωτών». Δεν θα αργήσει όμως να αρχίσει ένα νέο κεφάλαιο, η εποποιία των Σουλιωτών αγωνιστών στον Αγώνα του 1821 και στην οικοδόμηση του Ελληνικού Κράτους που προέκυψε από την Επανάσταση.

Γ.         Η ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΟΙΪΑΣ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ

Γ.1       Ιστορική πρωτεύουσα του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη οι Πηγές, χάρη στην εποποιία του Σέλτσου [26]

Εύλογα διερωτόμαστε για ποιο λόγο η εποποιία του Σέλτσου είχε μείνει στην αφάνεια για διακόσια περίπου χρόνια (1804-2003), ενώ η θυσία του Ζαλόγγου είναι τόσο γνωστή στο πανελλήνιο. Δεν βρίσκουμε άλλη εξήγηση από το, μέχρι και πολύ πρόσφατα, δυσπρόσιτο έως απρόσιτο της τοποθεσίας του Σέλτσου. Ο γράφων είχε πάει για πρώτη φορά προσκυνητής στον μαρτυρικό και ιερό αυτόν τόπο στη μαθητική του ηλικία, στη δεκαετία του 1960.[27]Μου μένει ακόμα ισχυρή η ανάμνηση με τι τρόμο περνούσαμε τον στενό κατσικόδρομο από το χωριό Πηγές μέχρι το μοναστήρι. Ούτε λόγος για πρόσβαση με αυτοκίνητο! Το παραμικρό γλίστρημα θα μπορούσε να μας φέρει στο βάθος των φοβερών γκρεμών που έχασκαν κάτω από τα πόδια μας.

Ευτυχώς τα πράγματα έχουν αλλάξει. Είχαν αρχίσει να ανοίγονται χαλικόδρομοι για τη διέλευση αυτοκινήτων, με πρωτοβουλία της Κοινότητας Πηγών, κατόπιν του Δήμου Τετραφυλίας στον οποίο είχε υπαχθεί με το πρόγραμμα «Καποδίστριας» του ν. 2539/1997, και τέλος με πρωτοβουλίες του καλλικρατικού Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη (ν. 3852/2010) στον οποίο, από το 2011 και μετά, υπάγεται και ολόκληρος ο πρώην Δήμος Τετραφυλίας. Στο πλαίσιο του προαναφερόμενου καλλικρατικού Δήμου, οι Πηγές ορίστηκαν να είναι η ιστορική πρωτεύουσα του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη, και αυτό το οφείλουν στο γεγονός ότι διαδραματίστηκε στην περιοχή τους η εποποιία του Σέλτσου.

Η παραπάνω επίσημη αναγνώριση και επιλογή καταδεικνύει και την ιστορική βαρύτητα των γεγονότων του Σέλτσου, αν ληφθεί υπόψη ότι ο Δήμος Γεωργίου Καραϊσκάκη περιλαμβάνει και άλλους πόλους κεντρικής σημασίας για την Ελληνική Ιστορία. Θα αναφέρουμε, ως όλως ιδιαίτερης σημασίας, τη Σκουληκαριά Άρτας, γενέτειρα του Στρατάρχη της Επανάστασης του 1821 Γεωργίου Καραϊσκάκη. Θα αναφέρουμε επίσης τη Μεγαλόχαρη Άρτας, με τον ιστορικό ναό της Γεννήσεως της Θεοτόκου του 13ου αιώνα, όπου τον Ιανουάριο του 1854, σε σύσκεψη προκρίτων και οπλαρχηγών, κηρύχτηκε η Επανάσταση του Ραδοβιζιού και Τζουμέρκων, για την επέκταση του Ελληνικού Κράτους στην Ήπειρο και Θεσσαλία που τελούσαν ακόμα τότε υπό τον οθωμανικό ζυγό. Το ιστορικό αυτό γεγονός, παρόλο που, για λόγους διεθνών γεωπολιτικών συμφερόντων, δεν μπόρεσε να οδηγήσει τότε την περιοχή στους κόλπους της ελεύθερης Ελλάδας (κάτι που έγινε αρκετά αργότερα, το 1881), το έχω χαρακτηρίσει σε παλαιότερη ομιλία μου ως τον «δεύτερο Ελληνοτουρκικό πόλεμο». Τα μέρη αυτά του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη, όπως και αρκετά άλλα, καθώς και ολόκληρη η Ήπειρος, σφύζουν από ιστορία, αρχαιότερη και νεότερη, αρκεί να ενσκήψει κανείς για λίγο να την αναζητήσει. Στο παρόν μελέτημά μου περιορίζομαι να υπενθυμίσω, ότι ο φτωχός αυτός Δήμος της Ηπείρου – ένας από τους φτωχότερους της Ευρώπης – λαμπρύνεται από δύο από τους μεγαλύτερους στρατάρχες και ηρωικές μορφές της Επανάστασης του 1821: τον Γεώργιο Καραϊσκάκη που είδε το φως του ήλιου στη Σκουληκαριά Άρτας – όπου επίσης είχε γεννηθεί και ζούσε και η μητέρα του Ζωή Ντιμισκή – και τον Μάρκο Μπότσαρη, που στην πολιορκία του Σέλτσου ήταν 13-14 χρονών, και ήταν ευτυχώς από τους ελάχιστους διασωθέντες.

Στις μέρες μας, ο εορτασμός ο οποίος γίνεται κάθε χρόνο, κατά παράδοση πολλών δεκαετιών, τον μήνα Αύγουστο στο χωριό Πηγές Άρτας με επίκεντρο την κεντρική εκδήλωση της 23ης Αυγούστου στο μοναστήρι του Σέλτσου, έχει γίνει όλο και πιο λαμπρός, περιλαμβάνοντας αρχιερατική θεία λειτουργία, επιμνημόσυνη δέηση, καταθέσεις στεφάνων, πατριωτικούς χορούς, θεατρικά δρώμενα, απαγγελίες και πανηγυρική ομιλία, με παρουσία των Αρχών της Ηπείρου και πλήθους λαού. Αξίζει να μνημονεύσουμε ότι τον εορτασμό της 23ης Αυγούστου 2016 τίμησε με την παρουσία του και ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος.

Την εκδήλωση έχει διευκολύνει τα τελευταία χρόνια η διαρκής βελτίωση της πρόσβασης με αυτοκίνητο. Σημαντικό επίσης είναι ότι, όπως πρώτος ο γράφων είχε προτείνει, με τον λόγο του της 23ης Αυγούστου 2003, επιτεύχθηκε η δυνατότητα επίσκεψης της μονής Σέλτσου από προσκυνητές του ιερού χώρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και όχι μόνο την ημέρα του επίσημου εορτασμού. Η διαδικασία είναι απλούστατη – και είχα ο ίδιος την εμπειρία επανειλημμένα μέχρι τώρα: όποιος επιθυμεί να επισκεφτεί το μοναστήρι οποιαδήποτε μέρα του χρόνου, ο δρόμος τον φέρνει υποχρεωτικά να περάσει από την πλατεία των Πηγών, όπου αρκεί να ζητήσει το κλειδί του μοναστηριού από τα παρακείμενα καφενεία των κ.κ. Καπερώνη και Βελαέτη. Σύντομα θα ολοκληρωθεί και η ασφαλτόστρωση του δρόμου από τις Πηγές μέχρι το Σέλτσο, χάρη στις πρωτοβουλίες του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη, σε συντονισμό με την Περιφέρεια Ηπείρου και την Περιφερειακή Ενότητα Άρτας, που οδήγησαν επίσης και στην απόφαση ηλεκτροδότησης του μοναστηριού, στην οποία προχωρεί η ΔΕΗ από εφέτος.

Γ.2       Η απήχηση των αγωνιστών του Σέλτσου στο πανελλήνιο και στον διεθνή χώρο

Αυτά που διαδραματίστηκαν στο Σέλτσο, και το σύνολο της εποποιίας που άρχισε από το Κούγκι, το Ζάλογγο και τη Ρινιάσα, με τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο σύνολο, δεν ήταν συμβάντα ανεκδοτικού, μεμονωμένου ή τυχαίου χαρακτήρα, αλλά εγγράφονται στα ευρύτερα διακυβεύματα της ιστορίας των λαών και των κρατών της εποχής τους. Στην Ευρώπη έχουν ξεσπάσει οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι που θα συγκλονίσουν όλη τη γηραιά Ήπειρο και θα φτάσουν ανατολικά μέχρι τη Μόσχα και μέχρι την Αίγυπτο. Οι ανακατατάξεις στα Βαλκάνια είναι αναπόφευκτες. Θέλοντας να εισβάλει στη Ρωσία και στην Αίγυπτο ο Ναπολέων χρειάζεται την ουδετερότητα της Τουρκίας, η οποία επωφελείται για να πλήξει καίρια κάθε ελληνοχριστιανικό θύλακα στις ελληνικές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ένας τέτοιος θύλακας είναι οι Σουλιώτες στην Ήπειρο και οι Έλληνες καπεταναίοι της Πελοποννήσου, που και αυτοί εξοντώνονται την ίδια περίοδο· από τη σφαγή σώθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διαφεύγοντας στη Ζάκυνθο (Μάιος 1806). Σε αυτό το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο γίνεται πράγματι κατανοητό για ποιο λόγο ο Αλή πασάς δεν αρκέστηκε στην κατάληψη του Σουλίου αλλά προχώρησε στη λυσσαλέα καταδίωξη των Σουλιωτών με σκοπό την πλήρη εξόντωσή τους. Οι Οθωμανοί θεώρησαν ότι ήταν ευκαιρία να καταστρέψουν ό,τι απέμενε από τα θετικά για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία αποτελέσματα της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774). Πράγματι, τα πλήγματα που επέφεραν ήταν σημαντικά, ιδίως αυτό του Σέλτσου με τα χίλια και πλέον θύματά του σε μια μέρα, αλλά κατορθώθηκε να αποφευχθούν τα χείριστα: η ρωσική διπλωματία προκαλεί τη Σερβική επανάσταση του 1803, πλήττοντας την οθωμανική αυτοκρατορία, και όσον αφορά τους Σουλιώτες διευκολύνει τη διαφυγή τους από την Πάργα στην Κέρκυρα. Στη συνέχεια, οι αγωνιστές του Σέλτσου και οι Σουλιώτες πολεμιστές γενικότερα, έχοντας διαφύγει κυρίως στα Επτάνησα, θα γίνουν περιζήτητοι για τα στρατιωτικά τους προτερήματα και για τις ηθικές αρετές τους. Η αναγκαστική εξορία τους στα Ιόνια νησιά, μετά την άλωση του Σουλίου και του Σέλτσου, θα έχει και τις θετικές πλευρές της. Εντασσόμενοι στο επτανησιακό στράτευμα των Ρώσων και στη συνέχεια σε εκείνο των Γάλλων, θα ενδυναμώσουν περαιτέρω την πολεμική αρετή τους και θα είναι πανέτοιμοι για τους αγώνες του Εικοσιένα.

Κορυφαίο λοιπόν γεγονός το Σέλτσο όχι μόνο στο τοπικό επίπεδο της Βρεστενίτσας (σημερινών Πηγών) και της περιοχής του Ραδοβιζιού Άρτας (σημερινού Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη), όχι μόνο στο πλαίσιο των Μποτσαραίων στο οποίο ανήκαν τα περισσότερα θύματα, αλλά στο ευρύτερο πλαίσιο των διεθνών συγκρούσεων της εποχής και της πάλης των λαών για θρησκευτική και πολιτική ελευθερία.

Πολλά είναι τα δείγματα της διεθνούς φήμης των αγωνιστών του Σέλτσου. Τα βιβλία του Χριστόφορου Περραιβού και άλλα που περιέχουν την ιστορία του Σουλίου, έως και το Σέλτσο, δημοσιεύονται στη Βενετία, στο Λονδίνο, στο Παρίσι και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μια στάση στο μετρό του Παρισιού φέρει το όνομα «Μπότσαρης» (στα γαλλικά « Botzaris », γραμμή 7, 19ο διαμέρισμα). Μια δημοσίευση στα αγγλικά, η οποία έγινε στο Εδιμβούργο το 1823, Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας, περιγράφει διεξοδικά τα γεγονότα του Σέλτσου.[28] Όπως σημειώνεται στο βιβλίο, πρόκειται για μετάφραση έργου που πρωτογράφτηκε στα ελληνικά και είχε επίσης μεταφρασθεί στα ιταλικά από τον C. Gherardini. Μολονότι το όνομα του Έλληνα συγγραφέα δεν αναφέρεται στις παραπάνω δημοσιεύσεις, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για το έργο του Περραιβού Ιστορία Σουλίου και Πάργας που είχε εκδοθεί στη Βενετία το 1815.[29]

Στο περιβόητο έργο του Γάλλου διπλωμάτη, φιλέλληνα και ιστορικού Φρανσουά Πουκεβίλ, Ιστορία της Αναγέννησης της Ελλάδας 1740-1824,[30]πέντε σελίδες του πρώτου τόμου είναι αφιερωμένες στα εν λόγω γεγονότα. Η μαρτυρία του Πουκεβίλ, προξένου στην αυλή του Αλή Πασά από το 1805 και στην Πάτρα από το 1814, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα από το ότι, όπως ο ίδιος αναφέρει,[31] γνώριζε προσωπικά τους Κίτσο και Νότη Μπότσαρη και είχε ακούσει από το στόμα του πρώτου την ιστορία τους. Ο ίδιος περιγράφει τα γεγονότα του Σέλτσου του 1804 και στον πέμπτο τόμο του βιβλίου του Ταξίδι στην Ελλάδα.[32] Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γερμανικά και στα ελληνικά.

Μια άλλη αναφορά στην αγγλική βιβλιογραφία: Ο William Martin Leake, του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στον πρώτο τόμο του τετράτομου έργου του Ταξίδια στη Βόρεια Ελλάδα,[33] περιγράφει τη φυγή των Σουλιωτών στο Σέλτσο και την πολιορκία και καταστροφή που ακολούθησαν, τοποθετώντας την τελευταία στην ημερομηνία της 20ης Απριλίου 1804.

Στον Αγώνα της Εθνικής Παλιγγενεσίας οι αγωνιστές του Σουλίου, αλλά και ειδικότερα εκείνοι του Σέλτσου, θα είναι στην πρώτη γραμμή – παρόλο που η γη τους, το Σούλι, θα αργήσει ακόμα έναν αιώνα περίπου να γίνει ελληνική. Οι Μποτσαραίοι θα πρωταγωνιστήσουν στην άμυνα του Μεσολογγιού, και στις δύο του πολιορκίες. Στη δεύτερη πολιορκία (1825-1826) πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο Νότης Μπότσαρης ο οποίος, σύμφωνα με προφορική παράδοση που έφτασε και να αποτυπωθεί από την πένα Γάλλου θεατρικού συγγραφέα στο Παρίσι το 1828 (βλ. παρακάτω παράγραφο, Γ.3), για να πείσει τους άλλους πολέμαρχους και τους προκρίτους του Μεσολογγιού ότι ήταν προτιμότερη η έξοδος από την ομαδική θυσία όλων μέσα στην πόλη, χρησιμοποίησε το παράδειγμα του Σέλτσου, όπου ο ίδιος και οι συμπολεμιστές του προτίμησαν την απόφαση της εξόδου αντί της ομαδικής θυσίας και το αποτέλεσμα, αν και πενιχρό σε αριθμό διασωθέντων, τους δικαίωσε.

Για τον Μάρκο, η τετράμηνη πολιορκία του Σέλτσου από τους Τουρκαλβανούς και τα γεγονότα της ήταν η πρώτη πολιορκία που έζησε από κοντά και οι πρώτες του ένοπλες συγκρούσεις με εχθρούς. Μια τόσο δυνατή εμπειρία στα τρυφερά του χρόνια τον χαλύβδωσε για να εξελιχθεί σε κορυφαία μορφή του Αγώνα της Παλιγγενεσίας: πρωταγωνιστής της άμυνας του Μεσολογγιού στην πρώτη πολιορκία (1822), στη συνέχεια στρατάρχης της Στερεάς Ελλάδας, πέφτει ηρωικά στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας (1823).

Μποτσαραίοι και Κουτσονικαίοι ακολουθούν τον Γεώργιο Καραϊσκάκη και γράφουν μαζί του χρυσές σελίδες στην Αράχωβα και στο Δίστομο.

Για τον Κίτσο Τζαβέλλα, γιο του Φώτου Τζαβέλλα, ο Α. Γούδας γράφει «ουδεμία συνέβη σπουδαία έφοδος ούτε αποτελεσματική έξοδος χωρίς να αγωνισθεί και να δοξασθεί και ο Κίτσος Τζαβέλλας»[34]. Και πέρα από τη στρατιωτική του δράση – μεταξύ άλλων και με τον Καραϊσκάκη, στην Άμπλιανη (1824) και στην πολιορκία της Αθήνας το 1827, είχε και πολιτική σταδιοδρομία που έφτασε μέχρι την ανάληψη της πρωθυπουργίας (1847). Και άλλοι Σουλιώτες υπηρέτησαν σε θέσεις κλειδιά στη διακυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας, από το 1828 και για πολλά χρόνια αργότερα.

Γ.3       Η απήχηση της εποποιίας του Σέλτσου στην Τέχνη

Τέλος, από την εποποιία του Σέλτσου δεν μπορούσε να απουσιάζει η Τέχνη. Θα δούμε εδώ κυρίως την ποίηση και λογοτεχνία.[35]Όπως λέει ο Σαίξπηρ, «τα μάτια του ποιητή πηγαίνουν από τους ουρανούς στη γη κι από τη γη στον ουρανό· το όνειρό του δίνει ψυχή και μορφή σε πράγματα που οι άλλοι δεν έχουν δει ακόμα, και εύκολα η πένα του τα ονοματίζει».[36]Εξάλλου, εποποιία δεν νοείται χωρίς «έπος», ήτοι, κατά την αρχαία και τη νέα έννοια του όρου, έκφραση, λόγος άξιος να ακουστεί, στίχοι ποίησης.

Ήδη αναφέραμε ένα κομμάτι από την ποιητική πλευρά του ιστορικού λογοτεχνήματος του αείμνηστου Ναπολέοντα Οικονόμου. Ένα μεγάλο μέρος του όλου βιβλίου του είναι και ποιητικό.

Είναι όμως παρούσα επίσης και η μούσα των δημοτικών τραγουδιών. Ένα υπέροχο δημοτικό τραγούδι για την Ελένη Μπότσαρη, ευρέως γνωστό και συμπεριλαμβανόμενο στις περισσότερες συλλογές ελληνικών δημοτικών τραγουδιών από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, αναφέρεται ειδικά στον αγώνα και τη θυσία της ηρωίδας αυτής στο Σέλτσο.

Ελένη Μπότσαρη. [37]

Όλες οι καπετάνισσες κι όλες οι μαυρομάτες,

όλες εσκλαβωθήκανε και τις επήραν σκλάβες,

κι αυτή η Λέν’ του Μπότσαρη, αυτή η μαυρομάτα,

αυτή δεν εσκλαβώθηκε, δεν την επήραν σκλάβα.

Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν και πέντε γιανιτσάροι,

γυρίζει η Λένη και τους λέει, γυρίζει και τους κραίνει:

«Τούρκοι μου, μην παιδεύεστε, μη χάνετε τον κόπο,

εγώ είμαι Λέν’ του Μπότσαρη και αδερφή του Μάρκου,

σέρνω τουφέκι ντιμισκί[38], πιστόλες ασημένιες,

και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια.

Σε άλλη παραλλαγή, η ηρωίδα σκοτώνει τρεις Τούρκους:

               Ελένη Μπότσαρη (1804) [39]

Τόπους πολλούς εγύρισα, Φραγκιές και Φραγκονήσια,

είδα Ρωμιές και Τούρκισσες, Φράγκες και Φραγκοπούλες

και δεν είδ’ άλλη πουθενά φρόνιμη κι ανδρειωμένη,

σαν κείνη τη Σουλιώτισσα, την αδερφή του Νότη.

Σέρνει πιστόλες και σπαθί, ντουφέκι καριοφίλι

και μοναχή της έτρεχε να πάει να βρει το Νότη.

Τρεις Τούρκοι την εσταύρωσαν και θέλουν να την πιάσουν.

‒ Γυναίκα, ρίξε τ’ άρματα να [σώσης] τη ζωή σου.

‒ Τι λες, τι λες, παλιότουρκε, τι λες παλιαρβανίτη;

Εγώ είμαι κόρη ανύπαντρη, του Μπότσαρη η Λένη.

Και σαν τραβάει το σπαθί, τους τρεις τους πελεκάει.

Ως επικρατέστερη παραλλαγή θεωρούμε αυτή που παραθέτει ο Ν. Οικονόμου:[40]

Της Λένως του Μπότσαρη (1804)

Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι

όλες την Άρτα πέρασαν, στα Γιάννενα τις πάνε[41]

σκλαβώθηκαν οι ορφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες.

Κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα[42]

Μόν’ πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια·

σέρνει τουφέκι σισανέ[43] κι εγγλέζικα κουμπούρια,

έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.

Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι[44].

‒ Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου.

Σέρνω τουφέκια στην ποδιά και βόλια στις παλάσκες.

‒ Κόρη για ρίξε τ' άρματα, γλίτωσε τη ζωή σου».

‒ Τι λέτε μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;

Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, του Νότη θυγατέρα,[45]

και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια».[46]

Θα ήθελα να παραθέσω και ένα δικό μου ποίημα που έχει συνδεθεί στενά με το Σέλτσο:

Δόξα με τα χρυσά φτερά, σύρε ψηλά στο Σέλτσο,

των Μποτσαραίων το στερνό το κάστρο ύμνησέ το:

Αυτών που δαφνοστόλιστο τους πρέπει το στεφάνι

κι η Ιστορία τους έγραψε μ’ αθάνατο μελάνι.

Να μπουμπουνίσουν τ’ Άγραφα[47]! Ν’ αστράψει στου Κοράκου[48]!

Ν’ αχολογά ο Ασπροπόταμος[49], να τρέμει το Νιγκόζι[50]!

Kι απ’ τ’ άγια του μοναστηριού τούτον το λόγο άκου:

Στη μνήμη των παλικαριών ο θρήνος δεν αρμόζει!

Ξεριζωμένοι από τη γη του θρυλικού Σουλίου,

χίλιοι εκατόν σαράντα οχτώ, στο κρύο του Δεκεμβρίου[51]

στη Βρεστενίτσα[52] μάχονται με ασπίδα την ψυχή τους.

Τουρκαλβανοί, πείνα, χιονιάς και προδοσιά οι εχθροί τους.

Στις πέτρες της βουνοπλαγιάς με μάτι αστροπελέκι

καιροφυλάνε στις σκοπιές, μετριούνται στο ντουφέκι.

Γρίκησε εκεί φίλο κι εχθρό, σπαθί κι αλφαβητάρι

ο Μάρκος[53] δεκατριών χρονών, του Γένους το καμάρι.

Τέσσερις μήνες πολεμούν του Αλή πασά τ’ ασκέρια

με μπαρουτόβολα φωτιά κι αστόμωτα μαχαίρια.

Την κρίση τέλος πήρανε με αποκοτιά και θάρρος:

Απ’ τον εχθρό κάλλιο ο γκρεμός! Κι απ’ τη σκλαβιά ο Χάρος!

Στους άμαχους η άβυσσος[54]. Κι οι μαχητές χαράξαν

δρόμο με τα σπαθιά γυμνά. Ελάχιστοι περάσαν.

Στο Μεσολόγγι λάμψανε, Γιάννενα, Καρπενήσι.[55]

Στο Σέλτσο την ανδρεία τους την είχαν ακονίσει.

Από την Άρτα αν ανεβείς, ψηλά στο Ραδοβίζι,[56]

θα βρεις τη μνήμη ζωντανή κι η Δόξα το στολίζει.

Χίλια οχτακόσια τέσσερα, του Αϊ Γιωργιού τη μέρα,

χίλιοι αδούλωτοι[57] έπεσαν! Κι εσύ βουνίσιε αγέρα,

στείλε για τους δειλούς καιρούς κραυγήν ανδρειωμένη

κόρης που πήρε ο ποταμός – του Μπότσαρη τη Λένη:

« Η λευτεριά ζει και θα ζει! Το Σούλι ζει ακόμα!

Το αίμα σπέρνει ήρωες κι αγωνιστές το χώμα! »[58]

Απήγγειλα το ποίημα αυτό για πρώτη φορά, ως μέρος της ομιλίας μου της 23ης Αυγούστου 2003 στον εορτασμό του Σέλτσου, με την οποία πρότεινα τη δυνατότητα επίσκεψης του Σέλτσου όλον το χρόνο και την ανέγερση εκεί μνημείου για τους πεσόντες και προτομής της Ελένης Μπότσαρη. Στη συνέχεια, με τη στήριξη του λαού της περιοχής, την παρακίνηση και άλλων συμπατριωτών, και με πρωτοβουλία των δημοτικών αρχών, έγιναν πράξη αυτοί οι στόχοι. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου και της προτομής της Ελένης Μπότσαρη έγιναν την 23η Αυγούστου 2009 και προς τιμή της απαγγέλθηκε εκ νέου το παραπάνω ποίημά μου.[59]Τέλος, την 23η Αυγούστου 2012, οι δύο πρώτες στροφές μελοποιήθηκαν από τον αείμνηστο τοπικό μουσικό Λάζαρο Τσιαμπά στο πλαίσιο του ανεβάσματος, στον ιερό αυτό χώρο, θεατρικού μου μονόπρακτου με τίτλο «Συναπάντημα στο Σέλτσο».

Και τι να προλάβει να πει κανείς για το χορό του Ζαλόγγου και τη φήμη του σε όλα τα πέρατα της Ελλάδας, σε όλα τα πέρατα της γης; Το παρόν πλαίσιο δεν θα αρκούσε· για να αποδειχθεί όμως ότι η ιστορία του Σουλίου εμπνέει συγγραφείς όχι μόνο του 19ου και του 20ου αιώνα αλλά και σημερινούς, θα αναφέρω ακόμα ένα λογοτέχνημα, το ωραίο ιστορικό μυθιστόρημα του Raymond Castells Ο χορός του Ζαλόγγου (στο πρωτότυπο «La danse de Zalongo»), που εκδόθηκε πρόσφατα στο Παρίσι (2018).

Θα κλείσω με απόσπασμα θεατρικού έργου που έγραψε στο Παρίσι το 1828 ο Γάλλος λόγιος και θεατρικός συγγραφέας Ζωρζ Οζανώ. Το έργο έχει τίτλο Η τελευταία μέρα του Μεσολογγιού[60] και παίχτηκε στο θέατρο Οντεόν του Παρισιού στις 10 Απριλίου 1828. Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ είναι μια ολόκληρη σκηνή στην οποία περιγράφονται τα γεγονότα του Σέλτσου του 1804. Είχα ανακαλύψει το έργο σε βιβλιοθήκη στον Καναδά και στη συνέχεια σε βιβλιοθήκη της Γενεύης, η οποία και μου έστειλε αντίτυπο το 1999. Το τρίπρακτο αυτό ηρωικό δράμα περιγράφει την κατάσταση του Μεσολογγίου την ημέρα της εξόδου (10 Απριλίου 1826) και τις δύσκολες αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν τις κρίσιμες εκείνες στιγμές. Δεν είχε αποφασιστεί ακόμα να γίνει έξοδος. Την πιο κρίσιμη στιγμή, πολλοί υποστήριζαν την ιδέα να μείνουν όλοι στο Μεσολόγγι και να πεθάνουν, μέχρι και τον τελευταίο, υπερασπίζοντας την πόλη τους, αν και ήταν βέβαιοι για την καταστροφή. Γίνεται συμβούλιο των προκρίτων και οπλαρχηγών και παίρνει το λόγο ο πολέμαρχος Νότης Μπότσαρης, που 22 χρόνια πριν ήταν από τους ελάχιστους διασωθέντες του Σέλτσου. Ιδού πώς παρουσιάζει ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας τον λόγο του Νότη Μπότσαρη προς τους άλλους οπλαρχηγούς:[61]

ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ: Πείτε μου, πώς τολμάτε;

Του μαρτυρίου το στέφανο που εσείς τον προτιμάτε,

τον είχα ονειρευτεί και ’γώ· μα σήμερα, θαρρώ,

με φλέγει σχέδιο ένδοξο, χρήσιμο, τολμηρό.

Όταν του θηριώδη Αλή μας έδιωξε το κρίμα

απ’ την πατρίδα των γονιών που έγινε εκείνου θύμα,

από τον άνανδρο αυτόν τότε καταδιωγμένα

τα παλικάρια του Σουλιού έφευγαν σκορπισμένα.

Ήδη, κι ας ήμουν νεαρός, διοικούσα παλικάρια μας.

Έξι χιλιάδες οι εχθροί που ερχόντουσαν στα χνάρια μας.

Τα γυναικόπαιδα μπροστά έβαλα να βαδίζουν–

τριακόσιοι μαχητές κι εγώ, να τα υπερασπίζουν.

Εσημαδέψαμε παντού με ματωμένα χνάρια

Αθαμανίας[62] ζοφερής κατάξερα φαράγγια

και είχαμε σχεδόν σωθεί. Από χαρά σκιρτούσαμε!

Τον Αχελώο ελεύθερο, τ’ Άγραφα χαιρετούσαμε.

Ήτανε δυστυχώς αργά… Άλλος στρατός κινούσε

και της Κοράκου γέφυρας[63] το πέρασμα σφαλνούσε.

Σταθήκαμε αναπόδραστα κλεισμένοι από παντού.

Η θέα τότε μας τραβά φτωχού μοναστηριού.[64]

Σε βράχου κακοτράχαλου έστεκε την κορφή.

Κάτω απ’ το βάραθρο άφριζε του ποταμού η ροή.

Σύντομα με τα όπλα μας εμείς το κυριεύουμε

μα σήμα της επίθεσης μάταια περιμένουμε.

Μας πολιόρκησε ο εχθρός και μ’ άγρια χαρά

να ενδώσουμε απ’ την πείνα μας γρήγορα καρτερά.

Χωρίς ενίσχυση καμιά και με τροφές φριχτές

αντέξαμε μέρες πολλές εφόδους εχθρικές.

Τότες εκείνων των βουνών ένας τραχύς λαός

μαζεύονταν στου ποταμού τις όχθες συνεχώς.

Στη βάρβαρης χαράς κραυγή “Στον τάφο οι Χριστιανοί

προσέτρεχαν στο θέαμα το σπάνιο οι ζωντανοί.

Για ν’ αποφύγουμε άτιμους τρόπους βασανισμού

με τη ματιά μετρούσαμε το βάθος του γκρεμού.

Ήδη γυναίκες μερικές, κρατώντας τα σπαθιά τους

χαμογελούσαν στο παιδί που έτρεμε αγκαλιά τους.

Τότε μεμιάς αναφωνώ: “Στα όπλα! Ακολουθείτε!

Όποιος το θάνατο αψηφά, ποτέ δεν παραιτείται.

Δεν χάνεται η προσπάθεια που κάνει ο αγωνιστής.

Εμπρός! Κι αν ένας μας σωθεί, θα γίνει εκδικητής.ˮ

Το είπα και κατεβήκαμε με κίνηση γοργή.

Αιφνιδιάζει τον εχθρό η εξόρμηση η λαμπρή:

Υποχωρεί, σκορπίζεται κεραυνοβολημένος,

μπερδεύεται στα πόδια μας στο αίμα βουτηγμένος.

Ξαναχτυπά– και τότε πιά η δική μας η ανδρεία

δεινοπαθεί καταμεσής σε αμέτρητα θηρία.

“Στη γέφυρα! Στη γέφυρα!ˮ φωνάζω στο στρατό μας

κι οι άπιστοι θρασύδειλοι ανοίγαν δρόμο εμπρός μας.

Η γέφυρα εζύγωνε. Μα οι τάπιες υψωμένες

κι από τουφέκια μπρούτζινα κάννες πυρακτωμένες

του ποθητού περάσματος την πρόσβαση εφράζαν[65].

Τότε μαζί με τους νεκρούς κι εμένα λογαριάζαν.

Τότε, με πέπλο τη νυχτιά, μαύρη και καταχθόνια

από των βράχων την κορφή που η μνήμη τους αιώνια,

τότε οι γυναίκες του Σουλιού σε χέρια δοξασμένα

έσφιξαν για στερνή φορά παιδιά τους λατρεμένα

και στα μακάβρια νερά μαζί τους εριχτήκαν.

Όμως η νίκη ήταν με μας: δέκα γενναίοι σωθήκαν.[66]

Ήρθαν χειμώνες εικοσ’δυό κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου.

Μα όσο βλέπω να κυλά πάντα ο Αχελώος μπροστά μου[67]

θέλω, αν χαθώ, να διασωθεί ένας για να ηγείται.

Κι όπως και τότε, αναφωνώ: “Εμπρός! Ακολουθείτε!ˮ

Τη συνέχεια στο Μεσολόγγι τη γνωρίζουμε – και είναι η ίδια στο θεατρικό έργο: οι οπλαρχηγοί και οι πρόκριτοι απορρίπτουν την ιδέα του ομαδικού θανάτου-θυσίας μέσα στην πόλη και δέχονται τη δυναμική πρόταση του Νότη Μπότσαρη να γίνει έξοδος με το σπαθί στο χέρι. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε: σώθηκαν πολλές εκατοντάδες μαχητών και αμάχων. Αυτό όμως που συγκρατούμε ως επίλογο στην ιστορία του Σέλτσου είναι ότι η έξοδος που αποφασίστηκε και έγινε σε αυτό το ανατολικότατο σημείο της Ηπείρου, στις 23 Απριλίου του 1804, από τον Νότη Μπότσαρη και τους άλλους αγωνιστές, χαλύβδωσε τη θέληση του τελευταίου και πλούτισε την πολεμική του εμπειρία για να προτείνει επίσης έξοδο, 22 χρόνια αργότερα, μεταπείθοντας τους διστακτικούς συμπολεμιστές του τού Μεσολογγιού.

Εκτενέστερες αναφορές και περιγραφές, είτε στο παρόν κεφάλαιο είτε στα προηγούμενα, θα υπερέβαιναν τα όρια του παρόντος μελετήματος. Συμπερασματικά, η καταξίωση αυτής της φτωχής γωνιάς της γης, του Σέλτσου των Πηγών Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη, με το να κινήσει επανειλημμένα έως και το διεθνές ενδιαφέρον σε πολλές χώρες, αλλά και διαχρονικά σε όλους εμάς μέχρι σήμερα, δείχνει ότι καμιά θυσία δεν είναι μάταιη και μαζί με τα πρόσωπα αναδεικνύονται και οι τόποι τους οποίους έχουν τιμήσει τέτοιες ξεχωριστές ηρωικές πράξεις.

Αριστείδης Λαυρέντζος

π. νομικό στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Βρυξέλλες),

διπλ. μάστερ Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Louvain-la-Neuve

hartis

moni seltsou

                                                                                 Φωτογραφία της Μονής Σέλτσου. Πίσω από το μοναστήρι, το φοβερό φαράγγι.

                                                          eikona monis seltsou Copy

Εικόνα από το εσωτερικό του Ναού της Μονής Σέλτσου

 


[1] Τον πόλεμο αυτόν κήρυξαν οι Ενετοί, με επικεφαλής τον Φραγκίσκο Μοροζίνι, κατά των Οθωμανών το 1684, όταν οι τελευταίοι είχαν εξασθενήσει μετά την ήττα τους στη δεύτερη πολιορκία της Βιέννης το 1683, με πρωταγωνιστή από τη μεριά των νικητών τον βασιλιά της Πολωνίας Γιαν Σομπιέσκι. Για μια πλήρη καταγραφή των χρονολογιών των αγώνων των Σουλιωτών κατά των Οθωμανών βλ., μεταξύ άλλων, το άρθρο «Σουλιώτες» στην ελληνική Βικιπαίδεια.

[2]Ο χαρακτηρισμός «ραψωδία» είναι του Βασίλη Κραψίτη, στο βιβλίο του Σουλιώτικη ραψωδία, εκδ. Πρωινός Λόγος, Γιάννενα 1958. Ως προς τον όρο «ολοκαύτωμα», φρονώ ότι πρώτος χρησιμοποίησα τη λέξη αυτή για την πολιορκία και πτώση του Σέλτσου, σε τίτλο ποιήματός μου, που παραθέτω παρακάτω (§ Γ.3), και απήγγειλα στον εορτασμό του Σέλτσου στις 23.8.2003. Ο όρος διαδόθηκε ευρύτερα χάρη στο βιβλίο του Αριστείδη Σχισμένου, Το ολοκαύτωμα του Σέλτσου, Αθήνα 2004.

[3]Βλ. μεταξύ άλλων, https://www.paramythia-online.gr/7993/4000-q-2013q/ και https://vendora.gr/items/y3mopd/angelia-ekthesis-tis-polemikis-istorias-ton-ellinon-emfilios-pagkosmios-polemos-valkaniki-diktatoria-1821-makedonia-mikrasiatiki-ekstratia-katochi-ochi-nato-korea.html

[4]Βλ. π.χ. «έπος του Σέλτσου» στην ιστοσελίδα https://arta.artinoi.gr/index.pl?action=view&topic=140321135846&archive=dt_1403.txt&viewone=1

[5]Ακαδημία Αθηνών, Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας, Αθήνα 2014.

[6] Π.χ. Λεξικό Τριανταφυλλίδη: «εποποιία: (…) χαρακτηρισμός συνόλου αξιοθαύμαστων γεγονότων, ιδίως πολεμικών επιχειρήσεων, στη διάρκεια των οποίων πραγματοποιήθηκαν ηρωικές πράξεις».

[7]Βλ. το περίφημο δημοτικό τραγούδι:

   ‒Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.

     Μήνα σε γάμο ρίχνονται; μήνα σε χαροκόπι;

‒Ουδέ σε γάμο ρίχνονται κι ουδέ σε χαροκόπι.

     Η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ’ αγγόνια.

     Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.

‒Γιώργαινα, ρίξε τ’ άρματα, δεν είν’ εδώ το Σούλι.

     Εδώ ’σαι σκλάβα του Πασσά, σκλάβα των Αρβανίτων.

‒Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεδεν η Κιάφα,

     Η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκαμε, δεν κάνει.

     Δαυλί στο χέριν άρπαξε, κόρες και νύφες κράζει·

   ‒Σκλάβες Τουρκών μη ζήσωμε· παιδιά μου αγκαλιαστήτε!

     Χίλια φουσέκια ήταν εκεί, κι αυτή φωτιά τους βάνει,

     Και τα φουσέκια ανάψανε κι όλες φωτιά γενήκαν.

(Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, Κέρκυρα 1852, σ. 95)

[8] Βλέπε ελληνική Βικιπαίδεια, λήμμα «Μάρκος Κουτσονίκας». Ο επισυναπτόμενοςεδώ χάρτης καταδεικνύει τον πανηπειρωτικό χαρακτήρα της εποποιίας της εξόδου, που άρχισε από το Κούγκι και με ενδιάμεσες κορυφώσεις στο Ζάλογγο και στη Ρινιάσα κατέληξε στο Σέλτσο.

[9] Βλ. σχετικά, μεταξύ άλλων, Βασίλη Κραψίτη, Οι Σουλιώτες στα Εφτάνησα και οι πόλεμοί τους στην Ήπειρο (1804-1822), αυτοέκδοση, Αθήνα 1982. Του ιδίου, Οι Σουλιώτες από του έπους του Μεσολογγίου μέχρι και της εποχής μας (1823-1983), αυτοέκδοση, Αθήνα 1983. Βλ. επίσης Οι Σουλιώτες στα Επτάνησα και το Αρβανίτικο σύνταγμα των μισθοφόρων στα Ιόνια νησιά, http://eptanisiaka.blogspot.com/2016/10/blog-post_24.html, προσβάσιμο 9.1.2021, και Αναστασίου Ν. Γούδα, Σουλιώτες και Ρουμελιώτες καπετάνιοι του 1821, εκδ. Βεργίνα, 1980.

[10]Επιφυλασσόμαστε να επανέλθουμε για τα υπόλοιπα.

[11]Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε σε δύο τόμους στη Βενετία, με το όνομα του συγγραφέως κρυπτογραφικά: ΒΥΚ ΨΟ ΨΞΗ ΛΑ ΑΩΚΑ, Ιστορία Σουλίου και Πάργας, Εν Βενετία, παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 1815. Τα γεγονότα του Σέλτσου περιγράφονται στον δεύτερο τόμο, σ. 43-48. Στη μεταγενέστερη έκδοση, Χριστοφόρου Περραιβού, Ιστορία του Σουλίου και Πάργας, τόμος Α΄, Αθήνα 1857, βρίσκουμε τους χαρακτηρισμούς του Σέλτσου ως «τραγικωτέραν σκηνήν» και «τραγικωτέραν μάχην», στις σ. 162 και 168.

[12] Για τον ίδιο λόγο πρέπει να αποφεύγεται, φρονούμε, ο χαρακτηρισμός που έχει γίνει επανειλημμένα για το Σέλτσο, ως «το δεύτερο Ζάλογγο» ή, ακόμα χειρότερα, «το Ζάλογγο της Άρτας». Κανείς δεν χαρακτηρίζει π.χ. το Αρκάδι «δεύτερο Κούγκι», όσες ομοιότητες και αν υπάρχουν μεταξύ των δυο γεγονότων. Αντίθετα, μια κοινή ονομασία της εποποιίας του Ζαλόγγου και εκείνης του Σέλτσου, που συναποτελούν, μαζί και με τη Ρινιάσα, την εποποιία της δραματικής αναχώρησης των Σουλιωτών από την πατρίδα τους ‒ που, όπως προτείνω παραπάνω, θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε επιγραμματικά «εποποιία της εξόδου» ‒ έχει νόημα και θα ήταν υπέροχο οι αρχές μας, με επικεφαλής τον Περιφερειάρχη Ηπείρου κ. Αλέξανδρο Καχριμάνη και τους αντιπεριφερειάρχες, και μαζί με το Δ. Σ. της Πανηπειρωτικής Συνομοσπονδίας Ελλάδος και τους συλλόγους της, να οργανώσουν με τον τίτλο αυτό μια κοινή ημερίδα-συνέδριο. Είμαστε στη διάθεσή τους.

[13]Για λόγους αντικειμενικότητας μνημονεύουμε και το βιβλίο του Παύλου Δημ. Τζιόβα, Ο Πήλιο-Γούσης, ο μύθος της προδοσίας-αποκατάσταση, Β΄ έκδοση, Ιωάννινα 1999. Στο βιβλίο του αυτό ο συγγραφέας αναφέρει ιστορικά γεγονότα όπου ο Πήλιος Γούσης συμπολέμησε ηρωικά με τους Σουλιώτες και με τα ελληνικά στρατεύματα της Επανάστασης μέχρι το θάνατό του στο Μεσολόγγι το 1826. Μεταξύ της άποψης αυτής και της άποψης περί προδοσίας που υποστηρίζει έντονα ο Χ. Περραιβός, θα μπορούσε να υπάρξει και η ενδιάμεση άποψη, ότι οι ηρωικές στιγμές ενός ατόμου δεν αποκλείουν κάποιες καθόλου ηρωικές έως προδοτικές. Των μεγάλων οι πράξεις δεν είναι πάντοτε μεγάλες, λέει ο Μπρεχτ στη Ζωή του Γαλιλαίου.

[14]Βλ. Χριστοφόρου Περραιβού, ό.π., σ. 144-145.

[15]Ήδη από το 1800 είχαν φύγει από το Σούλι και εγκατασταθεί στο Βουργαρέλι οι περισσότεροι Μποτσαραίοι, με την υπόσχεση του Αλή να πάρουν ως αντάλλαγμα το αρματολίκι των Τζουμέρκων. Κάποιες οικογένειες είχαν μείνει σε άλλα, επίσης εκτός Σουλίου, μέρη, π.χ. στη Ρινιάσα.

[16]Βλ. μεταξύ άλλων, Βασίλη Σάνδρη, Σούλι, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2001, σ. 155 κ.επ.

[17]Άλλοι τοποθετούν την ανατίναξη του Σαμουήλ στις 13 Δεκεμβρίου. Ο Σαμουήλ ήταν ίσως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς. Ο Περραιβός τον κατηγορεί ότι με τις προφητείες που ξεστόμιζε εξασθένισε την άμυνα των Σουλιωτών, αυξάνοντας τη μοιρολατρία τους. Η κρίση του πάντως προς τους Μποτσαραίους αποδείχτηκε ορθή. Τον Σαμουήλ απαθανάτισε το περίφημο ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:

     Καλόγερε, τι καρτερείς κλεισμένος μες στο Κούγκι;

     Πέντε νομάτοι σόμειναν – κ’ εκείνοι λαβωμένοι!
     Κ’ είναι χιλιάδες οι εχθροί που σ’ έχουνε ζωσμένον!
     Έλα να δώσης τα κλειδιά, πέσε να προσκυνήσης,
     κι ο αφέντης ο Βελήπασας δεσπότη θα σε κάμη!
     Έτζι ψηλά από το βουνό φωνάζει ο Πήλιο Γκούσης…
     Κλεισμένος μες στην εκκλησά βρίσκετ’ ο Σαμουήλης,
     κι αγέρας παίρνει τη φωνή του Πήλιου του προδότη. (…)

Βλ. ολόκληρο το ποίημα στην ιστοσελίδα http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/grpoetry/valaoritis.html

[18]Η Βρεστενίτσα μετονομάσθηκε σε Πηγές το 1927.

[19]Ε. Δ. Μ., Τα ηρωικά θαύματα των Σουλιωτών και Σουλιωτίδων, έκδοσις Δευτέρα, Λονδίνο 1886, σ. 240 κ.επ. Πρώτη έκδοση, Αθήνα 1860, υπό Παναγιώτου Α. Σαλαπάντα, τύποις Γ. Καρυοφύλλη, Αθήνα 1860, σ. 192 κ.επ. Άλλοι συγγραφείς αναφέρουν ότι η άφιξη στη Βρεστενίτσα έγινε την παραμονή Χιστουγέννων του 1803.

[20]Ναπολέοντα Αθ. Οικονόμου, Ο χαλασμός των Μποτσαραίων στο Σέλτσο (ιστοριογραφία), Αθήνα 1965.

[21] «Βρεσθενίτσα [σημερινές Πηγές]. Εν τω προαστίω τούτω, επί τινος όρους δυσβάτου, κείται η Ιερά Μονή Σέλτσου, σεμνυνομένη επί τη Μεταστάσει της Θεοτόκου, πανηγυρίζουσα την 23 Αυγούστου· η πανάρχαιος αύτη και ηρωική εν τη εποχή του Αλή πασσά Μονή, ωκοδομήθη κατά τας αρχάς του δεκάτου αιώνος» (Μητροπολίτου Άρτης Σεραφείμ του Βυζαντίου, Δοκίμιον ιστορικής τινός περιλήψεως της ποτε αρχαίας και εγκρίτου Ηπειρωτικής Πολεως Άρτης και της ωσαύτως νεωτέρας Πόλεως Πρεβέζης, Αθήνα 1884, σ. 38). Επίσης: «Βρεστενίτσα. Κείται εις την δεξιάν όχθην του Αχελώου ποτ., ον διέρχονται οι κάτοικοι δια της γεφύρας του Κοράκου. Επί του όρους Σέλτσου υπερκειμένου αυτή και επί δυσβάτου θέσεως κείται η Μονή Σέλτσου, κτισθείσα τον Ι΄ αιώνα» (Ιωάννου Εμμ. Νουχάκη, Ελληνική Χωρογραφία, Αθήνα 1901, σ. 301).

[22]Υπάρχουν και οι γραφές Νιγκόζι, Νεγκόζη.

[23]Ε. Δ. Μ., ό.π., σ. 243 κ.επ.

[24]Βασίλη Σάνδρη, ό.π., σ. 167.

[25]Ερίζονται οι γνώμες κατά πόσον επρόκειτο για την Ελένη του Κίτσου Μπότσαρη (αδερφή του Μάρκου) ή για την Ελένη του Νότη, 15χρονη η πρώτη, 20χρονη η δεύτερη. Ακολουθούμε την πειστικότερη εκδοχή του Ναπ. Οικονόμου, ό.π., σ. 170-171, που αποδίδει την ηρωική σκηνή στην κόρη του Νότη, αναφέρει όμως και την Ελένη του Κίτσου Μπότσαρη (ό.π., σ. 162), για την οποία λέει ότι σκοτώθηκε την ώρα που έτρεχε να βοηθήσει τ’ αδέλφια της. Αυτή είναι, ως προς την ταυτότητα της νέας με το ηρωικό τέλος, και η εκδοχή του Π. Α. Σαλαπάντα, ό.π., Αθήνα 1860, σ. 197-198, ο οποίος δεν αναφέρει καν την Ελένη Κίτσου Μπότσαρη. Κατά παρόμοιο τρόπο διχάζονται και οι παραλλαγές των δημοτικών τραγουδιών που αναφέρονται στο συμβάν. Σύμφωνα μάλιστα με ένα άλλο δημοτικό τραγούδι, η Ελένη φέρεται ως αδερφή του Νότη, πράγμα απίθανο λόγω της πολύ νεαρής της ηλικίας, ενώ ο Νότης ήταν ήδη 48 χρονών. Βλ. τα δημοτικά τραγούδια για την Ελένη Μπότσαρη παρακάτω, § Γ.3. Θα τολμούσαμε να πούμε ότι ο θρύλος αγκαλιάζει και τις δύο κοπέλες, με τη μόνη διαφορά ότι η πρώτη δεν έφτασε μέχρι το ποτάμι αλλά σκοτώθηκε κοντά στο μοναστήρι. Η διατύπωση των σχετικών δημοτικών τραγουδιών δεν είναι ασυμβίβαστη με αυτή την εκδοχή, διότι δεν αναφέρουν για πνιγμό στο ποτάμι.

[26]Ιστότοπος του Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη: https://gkaraiskakis.gr/ . Ιστοσελίδα Πηγών Άρτας http://www.pigesartas.gr/ .

[27]Η υπουργική απόφαση 31176/3046 της 2 Οκτωβρίου 1959 (ΦΕΚ 372/Β της 22.10.1959) προβλέπει τα εξής: «Περί κηρύξεως αρχαιολογικού χώρου.Xαρακτηρίζομεν ως ιστορικόν διατηρητέον μνημείον την Mονή Σέλτζου - Πηγών Άρτας.»

[28]History of Suli and Parga, Εδιμβούργο 1823, σ. 194-199.

[29][Χριστοφόρου Περραιβού], Ιστορία Σουλίου και Πάργας, Βενετία 1815, δεύτερος τόμος, σ. 43-48.

[30]F. Pouqueville, Histoire de la Régénération de la Grèce 1740-1824, εκδ. Didot, Παρίσι 1824, τόμοςπρώτος, σ. 207-211.

[31]Ό. π., σ. 211.

[32]F. Pouqueville, Voyage dans la Grèce, εκδόσειςDidot, Παρίσι 1821, τόμοςπέμπτος, σ. 187.

[33]William Martin Leake, Travels in Northern Greece, εκδόσειςJ. Rodwell, 1835, τόμοςπρώτος, σ. 520-521.

[34]Α. Ν. Γούδα, Βίοι παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τόμος Η΄, Αθήνα 1876, σ. 216.

[35]Η ζωγραφική, η γλυπτική, η μουσική, ο κινηματογράφος, το θέατρο έχουν παραγάγει πολλά και εξαίρετα έργα για το Σούλι και τους Σουλιώτες. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας προσεχούς μελέτης.

[36]Σαίξπηρ, Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας, πράξη V, σκηνή 1.

[37]Γ. Χρ. Χασιώτου, Συλλογή των κατά την Ήπειρον δημοτικών ασμάτων, Αθήνα 1866, σ. 102. Για την ταυτότητα της Λένης Μπότσαρη στην οποία αναφέρονται τα δημοτικά τραγούδια που παρατίθενται, βλ. παραπάνω, υποσημείωση 25.

[38]Τουφέκι ντιμισκί = τουφέκι από τη Δαμασκό.

[39]Π. Αραβαντινού, Συλλογή δημωδών ασμάτων της Ηπείρου, Αθήνα 1880, σ. 52.

[40]Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Παράρτημα της Λαογραφίας, Εστία, Αθήνα 1914, σελ. 11. Το έργο αυτό του Ν. Πολίτη γνώρισε πολυάριθμες εκδόσεις μέχρι σήμερα.

[41]Ο συνήθης δρόμος από το μοναστήρι του Σέλτσου προς τα Γιάννενα, έδρα τότε του Αλή Πασά, περνάει από την Άρτα. Ο άλλος δρόμος, που περνάει από το Βουργαρέλι και τα Τζουμέρκα, ήταν αυτός που ακολούθησαν οι Σουλιώτες, πηγαίνοντας από το Σούλι στο Σέλτσο.

[42] Παραλλαγή για τους πρώτους τέσσερις στίχους: «Όλες οι καπετάνισσες και οι καπετανοπούλες, όλες αυτές προσκύνησαν στα τούρκικα τα χέρια. Κι αυτήν’ η Λένι του Μπότσαρη δε θέλ’ να προσκυνήσει, με τ’ άρματα τ’ αφέντη της τα φλουροκαπνισμένα». Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, Λαογραφία, Παράρτημα, τ. 5-6, 1915, σ. 55.

[43]Ραβδωτό τουφέκι με εξάγωνη κάννη.

[44]Τζοχανταραίοι = ακόλουθοι, σωματοφύλακες Οθωμανού άρχοντα.

[45]Παραλλαγή του δεύτερου ημιστιχίου: «η αδερφή του Γιάννη». Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Παράρτημα της Λαογραφίας, Εστία, Αθήνα 1914, σελ. 11. Σύμφωνα με την εκδοχή αυτή η ηρωική Ελένη ήταν κόρη του Κίτσου Μπότσαρη (και αδελφή του Γιάννη και του Μάρκου). Παρομοίως Σ. Λ. Σκαρτσής, Το δημοτικό τραγούδι, τόμος δεύτερος, Πατάκης, Αθήνα 1987, σ. 55.

[46] Παραλλαγή του τελευταίου στίχου: «π’ έκαμε την Αρβανιτιά και ντύθηκε στα μαύρα.» Σ. Λ. Σκαρτσής, ό.π.

[47] Άγραφα της Πίνδου: η οροσειρά αυτή αρχίζει από τον Αχελώο ποταμό, που κυλάει κάτω από το ιστορικό μοναστήρι.

[48] Γέφυρα Κοράκου: Η γέφυρα του Αχελώου που χωρίζει στο σημείο αυτό την Ήπειρο από τη Θεσσαλία. Πιστεύεται ευρύτερα ότι την έκτισε ο Άγιος Βησσαρίων, επίσκοπος Λαρίσης (16ος αιώνας) αλλά άλλες πηγές (π.χ. ο ιστορικός Φ. Πουκεβίλ) θεωρούν ότι την είχαν κτίσει πολλούς αιώνες πριν οι Ρωμαίοι για την επικοινωνία Ηπείρου και Θεσσαλίας που ήταν τότε ρωμαϊκά εδάφη. Η γέφυρα υπήρξε μεταξύ άλλων το πέρασμα του Ιουλίου Καίσαρα για τα Φάρσαλα, όπου έδωσε την κρίσιμη μάχη εναντίον του αντιπάλου του για το θρόνο της Ρώμης Πομπηίου το 48 π.Χ.

[49] Ασπροπόταμος: άλλη ονομασία του Αχελώου.

[50] Νιγκόζι: η βουνοκορφή της Πίνδου που βρίσκεται πάνω ακριβώς από το μοναστήρι του Σέλτσου.

[51]Η αναχώρηση από το Σούλι έγινε το Δεκέμβριο του 1803.

[52]Βρεστενίτσα: παλιά ονομασία της κωμόπολης Πηγές Άρτας. Στα σερβοκροατικά σημαίνει «το χωριό με τις φτελιές».

[53] Μάρκος: ο Μάρκος Μπότσαρης (1890-1823), από τις κορυφαίες ηρωικές κι ευγενικές μορφές του Ελληνικού Αγώνα. Ήταν δεκατριών χρονών όταν έφτασαν στο Σέλτσο.

[54]Μοιάζει πράγματι με άβυσσο ο φοβερός γκρεμός που έπεσαν οι εκατοντάδες γυναικόπαιδων για να αποφύγουν τη σύλληψη και την ατίμωση.

[55]Αναφέρομαι στον πολέμαρχο Νότη Μπότσαρη, που μετά από το Σέλτσο πρωταγωνίστησε στις πολιορκίες του Μεσολογγίου και αλλού, και σε άλλους διασωθέντες Σουλιώτες που πολέμησαν και αυτοί στην Επανάσταση.

[56] Ραδοβίζι: παλιά ονομασία, γνωστή και σήμερα, της περιοχής του σημερινού Δήμου Γεωργίου Καραϊσκάκη.

[57]Στη λέξη «αδούλωτοι» συμπεριλαμβάνονται αφενός οι Μποτσαραίοι και λοιποί Σουλιώτες, αφετέρου ντόπιοι πολεμιστές από τη Βρεστενίτσα και τα γύρω χωριά που τους ενίσχυσαν.

[58]Ελένη (Λένη) Μπότσαρη: Η ηρωική 20χρονη κόρη του Νότη Μπότσαρη, η οποία στην τελική μάχη του Σέλτσου, όπως προαναφέρθηκε, έφτασε μέχρι τον Αχελώο ποταμό πολεμώντας τους τζοχανταραίους του Αλή πασά και πνίγηκε στο ποτάμι για να μη συλληφθεί ζωντανή. Βλ. παραπάνω, υποσημείωση 21.

[59]Η απαγγελία έγινε από τη νεαρή ηθοποιό του Θεάτρου Μηλιανών Άρτας Λεμονιά Τσελίγκα.

[60]G. Ozaneaux, Le dernier jour de Missolonghi, εκδ. J. N. Barba, Παρίσι 1828, σ. 89-90.

[61]Η μετάφραση είναι δική μου, έμμετρη και ομοιοκατάληκτη όπως το γαλλικό πρωτότυπο.

[62] Ο Γάλλος συγγραφέας είχε πολύ καλή γνώση της γεωγραφίας και των τοπωνυμίων της περιοχής (Αχελώος, Άγραφα) κλπ., από τα οποία τα περισσότερα διατηρούνται μέχρι σήμερα. Η “Αθαμανίαˮ ήταν χώρα της αρχαίας Ελλάδας με ένα τμήμα της στην Ήπειρο και ένα άλλο στη Θεσσαλία. Η λέξη χρησιμοποιήθηκε ως όνομα καποδιστριακού δήμου με έδρα το Βουργαρέλι.

[63] Γέφυρα Κοράκου: Η γέφυρα του Αχελώου στις Πηγές Άρτας, κάτω δεξιά από το μοναστήρι, η οποία χωρίζει την Ήπειρο από τη Θεσσαλία. Οι Σουλιώτες δεν είχαν δικαίωμα να μπουν στη Θεσσαλία και το πέρασμα της γέφυρας φυλασσόταν από οθωμανικά στρατεύματα.

[64]Πρόκειται βέβαια για το μοναστήρι του Σέλτσου.

[65]Πέρα από τη γέφυρα άρχιζε η περιοχή των Αγράφων, όπου απαγορευόταν η πρόσβαση σε διωκόμενους από την Οθωμανική αυτοκρατορία – στους αξιωματούχους της οποίας ανήκε και ο διώκτης των Σουλιωτών Αλή Πασάς των Ιωαννίνων.

[66]Σε δέκα υπολογίζει τον αριθμό των διασωθέντων ο θεατρικός συγγραφέας, επηρεαζόμενος από τον Οζανώ. Γνωρίζουμε ότι τελικά διασώθηκαν περί τους 80.

[67]Ο Νότης Μπότσαρης εδώ βρίσκεται στο Μεσολόγγι και βλέπει τον Αχελώο ποταμό που έχει εκεί τις εκβολές του. Ο Αχελώος, όπως είδαμε, περνά και από το Σέλτσο, οπότε χρησιμεύει για να του κεντρίσει τη μνήμη.

Βρίσκεστε εδώ: Αρχική κειμενα Συνεργατών Αριστείδης Λαυρέντζος : Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ ΣΕΛΤΣΟΥ